Ο Γώργος Σιούνας μας άφησε όπως αρκετοί από τους ήρωές του. Μόνος σαν τον Lester Young και ξαφνικά σαν τον Adorno· σπρωγμένος στην καταστροφή -κι όχι την αυτοκαταστροφή, όπως λατρεύει να πιστεύει το κανιβαλικό, φιλοθέαμον κοινό- όπως η Billie Holiday και μ’ έναν τεράστιο πλούτο επικίνδυνων γνώσεων που δεν αφέθηκαν να ειπωθούν, όπως ο P.P.Pasolini. Έναν πλούτο που χάρη στη μνήμη του δεν είχε μειωθεί καθόλου – παρά το ότι οι πρώην συνεργάτες του του είχαν κλέψει τα βιβλία, τους δίσκους, τους υπολογιστές και πολλά, μα πάρα πολλά χρήματα.
Ο Γώργος Σιούνας δούλευε ως παιδοδοντίατρος τα πρωινά, πήγαινε στα γραφεία της βαβέλ τ’ απογεύματα κι έπινε πολύ κόκα κόλα για να μείνει ξύπνιος και να στήσει το περιοδικό. Για πολλά χρόνια αφανής κι έπειτα με ψευδώνυμο οικοδόμησε όχι μόνο ένα ανεξάρτητο περιοδικό που συνδύαζε μαγικά την κριτική θεωρία με την μαζική κουλτούρα, αλλά κι έναν μαγικό κόσμο – σημείο αναφοράς. Σύνταξη πήρε (;) πρόσφατα. Όλα και όλοι στο περιοδικό περνούσαν απ’ αυτόν, πόλλοι «ανακαλύφθηκαν» και πολλοί σώθηκαν απ’ αυτόν – δε θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς άλλωστε. Οι μεταφράσεις, τα κείμενα, ασθενείς και οδοιπόροι περνούσαν από τα χέρια του. Πάρα πολύς κόσμος πέρασε από την βαβέλ προτού σταδιοδρομήσει αλλού – ήταν η εποχή άλλωστε· η εποχή που ρούφηξε κάθε ριζοσπαστικότητα στα μεγάλα μέσα. Πολλά παιδιά πέρασαν για ν’ ακούσουν, να μάθουν, ή απλώς να μείνουν όρθια. Όλοι πήγαιναν απευθείας σ’ εκείνον. Αυτή είναι η ουσία των κοινωνικών σχέσεων, άλλωστε· δίνει κανείς χωρίς αντάλλαγμα. Δυστυχώς, όμως, εν προκειμένω και χωρίς αναγνώριση. Όσα και να ειπωθούν είναι ελάχιστα. Κι όσο πιο γενικά κι αόριστα μιλούν όσοι τα έζησαν, τόσο πιο φαιδρό κι ανούσιο εκ μέρους τους. Αλλά δε βαριέσαι, «τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται».
Εκτός από το δημόσιο έργο, από τη βαβέλ και την μετάφραση δοκιμίων και διηγημάτων, εκτός από την ιατρική, τον αγώνα ενάντια στην ποινικοποίηση και την (ψυχ)ιατρικοποίηση, ενάντια στον τρόμο του aids και το δολοφονικό AGT, ενάντια στο glamour και τους πάσης φύσεως winners, ενάντια στο “war on terror”, ενάντια στη θεσμοποίηση της τέχνης, ο Σιούνας είχε βοηθήσει πολύ κόσμο προσωπικά. Τα τελευταία χρόνια, ενόσω τον κατέτρεχαν οι κηφήνες της βαβέλ, έφτιαξε μια καινούρια οικογένεια και βίωσε την τραγωδία της ζωής του μετανάστη στην ελλάδα.
Σήμερα, ο αβυσαλέος ρυθμός τη δημόσιας σφαίρας δεν χαρίζει στους ήρωες παρά λίγα στιγμιότυπα συζητήσεων, ή μάλλον διαδικτυακών μονολόγων στο κενό της μοναξιάς. Πολλοί αναπαράγουν αρλούμπες αλιευμένες από το διαδίκτυο. Μπορεί και να τους είναι κουραστικό να θυμηθούν, ή μπορεί και να είναι πλέον κάτι το ανέφικτο για τον σημερινό ανθρωπότυπο. Ζούμε εξάλλου σε μια εποχή «ορθολογισμού, συμπεριληπτικότητας κι ευαισθησίας», μια εποχή που απαγορεύει ρητά να γιορτάσουμε τη ζωή και να θρηνήσουμε τον χαμό. Κι όμως, ορισμένοι συνεχίζουν να θυσιάζονται κάθε μέρα γι’ άλλους – ανεξήγητο!
Ο Hobsbawm, λίγες βδομάδες μετά τον θάνατο της Billie Holiday, γράφει γι’ αυτήν ένα άρθρο σύντομο· μετρημένο, χωρίς πομπώδεις περιγραφές και περιττές δοξολογίες. Εκ πρώτης μοιάζει με κείμενο ψύχραιμο, χωρίς συναισθηματισμούς και λογοτεχνικά τρικ, που συμπυκνώνει τις απόψεις του ιστορικού για την αμερικανική κοινωνία, την πολιτισμική βιομηχανία και τη μαύρη μουσική και καθημερινότητα. Κι όμως, πρόκειται για ένα κείμενο γεμάτο αγκάθια που σε πονάει απ’ όπου κι αν το πιάσεις. Ιδίως στο σημείο όπου γράφει: «Ο φυσικός της θάνατος θα έπρεπε να προκαλέσει ανακούφιση παρά θλίψη.» Ο Hobsbawm αποδίδει στην Billie έναν προμηθεϊκό ρόλο και χαρακτήρα· το τέλος της δεν είναι τραγικό επειδή, παρότι εξέφρασε και μετέδωσε την μαύρη πραγματικότητα κι αλήθεια, πέθανε νέα, καταδιωγμένη και χτυπημένη· το τέλος της ήταν τραγικό επειδή όσο περισσότερα έδινε στον κόσμο τόσο αυτός την εκδικούταν, όσο περισσότερο θεράπευε τον κόσμο, τόσο αυτός την αρρώσταινε. Όχι τόσο ο μακρινός κόσμος των στυγνών εγκληματιών και των αιμοδιψών δικτατόρων, αλλά ο κοντινός κόσμος μιας υπολογιστικής καθημερινότητας. Σαν τραγική ειρωνία, σαν μια αλήθεια που ήταν τόσο φανερή για να τολμήσουμε να την αντιμετωπίσουμε μέχρι πριν λίγες μέρες, ο Γιώργος συνάντησε την Billie ζώντας και πεθαίνοντας.
Παρακάτω, βρίσκονται τα άρθα του blog “Arca Nostra” και λίγο πιο κάτω, διάσπαρτες άρθα και σελίδες από το -σε μεγάλο βαθμό ανυπόγραφο- έργο του Γιώργου Σιούνα.
Καλώς ήρθατε στην Arca Nostra! Την είχαμε σκεφτεί με τη Μάκα και με την προικισμένη μικρή. Την βάλαμε κάποτε μπροστά με τη Νία, την παρουσιάσαμε και σε φίλους, κι αναγκαστήκαμε να την αφήσουμε.
Θέλουμε να της δώσουμε ζωή, αφήνοντας πίσω ένα μεγάλο πένθος για ανθρώπους, σχέσεις, δημιουργήματα, ό,τι μας πήραν.
Τίποτα δεν χάνεται, μένει χαραγμένο σαν μια αγκαλιά, σαν κάποιες ώρες με τον Miles, σαν χορός με τον Fats Domino, με τον Little Richard, με τον Τσιτσάνη, σαν μια μετάφραση του Marcuse ή του Αλτάν.
Ελπίζω όλο και κάτι να βρίσκετε που σας αγγίζει.
Arca Nostra
Για όλους
3/5/2024
Επιχειρώντας να γράψω ένα Επίμετρο, έπεσα στην παγίδα του “Μα πώς;”. Πώς μπορεί να πληρώνω (με κάθε έννοια) τόσο πολύ, επειδή έφτιαχνα κάποτε ένα περιοδικό; Ειδικά αυτό το περιοδικό. Κι ύστερα, προσπαθούσα να καταλάβω για το πώς μπορεί να εξαφανίζουν το όνομά σου και την ιστορία σου. Σκεφτόμουνα πόσο αλλάζει η ανεξέλεγκτη εξουσία έναν άνθρωπο. Διάφορες υποθέσεις και πιθανές δικαιολογίες για το πώς κάποιος που σου χρωστάει σχεδόν τα πάντα σε βγάζει από το κάδρο διευκολύνοντας τον αφανισμό σου. Και πώς συνεχίζουν, ενώ στάθηκες όσο μακριά τους γίνεται. Αντικειμενικά. Με ανθρώπους από άλλη χώρα, να αγνοείς ακόμα και την ύπαρξή τους, αποφεύγοντας κάθε κουβέντα, κάθε αναφορά. Στο λίγο χρόνο που ίσως θα μπορούσα να τους αναφέρω, όταν με άφηναν τα προβλήματα μιας μεγάλης οικογένειας. Με πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν τα ζόμπι της υψηλής παρέας τους, τους συνδαιτυμόνες των άλλων ζόμπι, της πολιτικής και της οικονομικής ζωής, που μας οδηγούσαν με μαθηματική βεβαιότητα στη μεγάλη κρίση, στο δικό τους Great Reset. Το έγραφα στη Βαβέλ από το 2003, τουλάχιστον. Μπορεί κι αυτό να πλήρωσα.
Επίμετρο δεν θα υπάρξει. Την κοινωνική συνεισφορά (προσπάθεια μεγάλη, τέλος πάντων) της Βαβέλ θα την αναδείξω με αποσπάσματα, όπως έκανα με τον Andrea. Και η ηλεκτρονική ανασύνθεση του στοιχειώδους μέρους του αρχείου μου, του τευχών του περιοδικού που έφτιαχνα και που ξεφύλλιζα φετιχιστικά ώρες, μέρες, μήνες, συνεχίζεται. Και ευχαριστώ.
Και μια τοποθέτηση σαφής και οριστική και καθολικά αποδεκτή από όσους μίλησα τόσα χρόνια, από όσους ξέρουν, από όσους ζουν σε αυτούς τους χώρους, από τους περισσότερους ενημερωμένους πολίτες στη χώρα, ακόμα και από αυτούς που με συμβούλευαν να μη σκέφτομαι καν αυτή την ιστορία. Και το έκανα, όταν με άφηναν, όταν δεν ζούσα στο πετσί μου τη χυδαία επίδειξη δύναμης τους, την αδράνεια που υπάρχει σε μια άρρωστη κοινωνία, τη λογική live and let die που επικρατεί. Κανείς, μα κανείς, δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι κατά το απίστευτα καταστροφικό Olympic Games Deadly Party (και πριν και μετά), η ομάδα ανθρώπων, που μπλέχτηκα μαζί με το περιοδικό στα πόδια της, πρωταγωνίστησε στο πολιτιστικό- οικονομικό πανηγύρι. Οι κομβικές θέσεις τους (και όχι μόνο) το μαρτυρούν. Κανείς, μα κανείς, δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία για το πώς λειτούργησε το pay roll, που έκανε τους πάντες να αποθεώνουν μια κυρία βγαλμένη από δυστοπική ταινία και να υμνούν έναν μυστήριο σαν να ήταν ο Κιμ Γιογκ Ουν (οι εφημερίδες υπάρχουν, μνήμη ακόμα υπάρχει). Και τους συνεργάτες του. Κανείς, μα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πώς εξαγοράζονταν γούστα, ηθική, αντιλήψεις. Το ρόλο του pay roll του μεγάλου Φεστιβάλ, που μου ανέλυαν ώρες φίλοι δημοσιογράφοι, το ήξεραν όλοι, προτρέποντάς με και για αυτό να φύγω. Και το επιχείρησα τότε και δεν με άφηναν. Κι αργότερα, πόσο περισσότερο μακριά μπορούσα να φύγω από το να χτίσω μια οικογένεια ανάμεσα σε δύο χώρες; Και να μην κοiτάζω ούτε στο Δίκτυο, τι κάνουν και να αποσπώμαι από τα θέματα της δουλειάς μου και της οικογένειάς μου; Και πριν από την τραγωδία μας και μετά. Και μόνο η αφανιστική τους μανία, με ανάγκαζε να ασχολούμαι οδυνηρά και να επιστρέψω στην κόλαση του τέλους μας.
Είναι μπροστά στα μάτια όλων. Και φυσικά τα άμεσα θέματα της ζωής του καθενός, που προκλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κι από αυτό το τρισάθλιο «αθλητικό» και «πολιτιστικό» πάρτι (και πριν και μετά την Ολυμπιάδα), τον εμποδίζουν να το δει και να διαμαρτυρηθεί τουλάχιστον, πέρα από αυτούς που τους πληρώνουν κυριολεκτικά με τη ζωή τους.
“Μα υπάρχει πιο γλυκός άνθρωπος από τον Γιώργο, σε όλη την Ελλάδα;», μου είπε κάποτε μια αυλικός. Μπορεί και να ήταν ο πιο γλυκός, μπορεί και η Κυρία της Ολυμπιάδας να ήταν η πιο άξια ελληνίδα όλων των εποχών, μπορεί και ο κάτοικος της Ραφήνας να ήταν φιλότεχνος και να καλούσε σε γεύματα τον “αδελφικό του φίλο”, που μετά έγινε απλός “φίλος” και μετά άγνωστός του (γιατί πολύ εκτεθήκαμε), φορώντας και ένα κασκολάκι του Παναθηναϊκού γιατί στην τηλεόραση είχε αγώνα και κοιτούσε φωνάζοντας συνθήματα ή διάφορα ποιηματάκια της εξέδρας, λέγοντας ότι είναι του Έλιοτ. Σάμπως ο άλλος ήξερε; Μπορεί κι ο Λεσχιάρχης να ήταν ένα φτωχόπαιδο και οι βασιλικές αυλές και ο Κίσινγκερ μαζί με τον Σόρος να τον βρήκαν στο δρόμο να πουλάει σπίρτα για να σπουδάσει και του έδωσαν μια θεσούλα θυρωρού στη Λέσχη, να συμπληρώνει. Μπορεί κι ο Δάκης να βαλάντωνε που δεν χωρούσε η θαλαμηγός του Αμπράμοβιτς στις τελετές του στην Κέρκυρα και να ήθελε να ακούσει ιστορίες για τον Πατσιέντζα και τον Μιχάλη, από τη συνεταίρο μου και την Ντόρα, που κάτι είχε πάρει το αυτί της. Μπορεί η Μαρίνα Αμπράμοβιτς να τους διηγούταν πικάντικες ιστορίες από την τελευταία της αποκλειστική παράσταση για την Χίλαρι και τον Μπιλ, για να τις βάλουμε αργότερα στο περιοδικό μας που λάτρευε. Μπορεί κι ο άλλος ο ακροδεξιός αρχηγός, ο «καημένος», να έπαιρνε συνήθως τετραπλάσιο από την αξία του ενοίκιο για το σπίτι που τους νοίκιασε για γραφεία και σε αυτούς να το άφησε στο τριπλάσιο, για το καλό του πολιτισμού. Όλα μπορεί. Μπορεί και “τα εκατομμύρια που σφύριζαν γύρω τους”, να πετούσαν γρήγορα και ψηλά και να μην μπορούσαν να τα πιάσουν. Μπορεί, αλλά όλα είναι πια γνωστά σε αυτούς που ασχολήθηκαν έστω και λίγο. Μπορεί και τα 400.000 ευρώ τουλάχιστον, μαζί με το μπαρ, το βιβλιοπωλείο και τα τυχερά, να ήταν ελάχιστα για ένα Φεστιβάλ σαν το δικό μας, που το είχαν κάνει κτήμα τους και καθαρτήριό τους. Μπορεί και κάποιο πυροτέχνημα από τις δεξιώσεις της Γιάννας να έκαψε το κεφάλι του Γιώργου και να πρέπει να πληρώσω εγώ τον κορυφαίο γιατρό που τον εξέτασε και του έβαλε ένα τσιρότο, γιατί τον μάτιασα από μακριά. Όλα μπορεί. Μπορεί και οι “ογκώδεις φάκελοι που σχηματίζονταν” για την πάρτη τους να πατούσαν πόδι και να αρνούνταν επίμονα να βγουν από τα συρτάρια. Μπορεί να ήταν τυχαίο που ο περίφημος (δικαιολογημένα, πιστεύω) εισαγγελέας που ανακοινώθηκε ότι “αναλαμβάνει να τους ερευνήσει” ούτε ξανακούστηκε πια. Όλα μπορεί. Όλα μπορεί και όλα είναι γνωστά.
Είτε συνέβαινε σε εμένα και στην οικογένειά μου αυτή η τραγωδία, είτε όχι, το θέμα για αυτούς είναι ακριβώς το ίδιο. Τα ανέφερα, γιατί είχα να εμφανιστώ δημόσια δεκαέξι χρόνια και, αν δεν υπήρχε το Παιδοντικό και οι θάλαμοι των νοσοκομείων, κανείς δεν θα ήξερε αν πέθανα ή ζω ή θα έλεγαν ότι σιωπούσα επειδή τα πήρα. Όσοι ήταν κοντά και δεν μίλησαν, ενώ με εξωθούσαν τότε, ας μη μιλήσουν. Για να ελαφρύνουν μόνο τη συνείδησή τους, έχει κάποια σημασία. Κατά τα άλλα, όλοι τα ξέρουν. Όλοι ξέρουν πως ο βασιλιάς είναι γυμνός. Και η “Βαβέλ” που έφτιαχνα δεν θα μπορούσε να γίνει η φορεσιά του, όταν θα το έβλεπαν όλοι.
Όσο για μένα, όλοι ξέρουν ότι με πετάξαν από το “σπίτι μου”, τη Βαβέλ, κατάσχοντας και καταστρέφοντας καθετί δικό μου. Το είδαν, το βλέπουν. Όλοι ξέρουν ότι εξαφάνισαν το όνομά μου. Το είδαν, το βλέπουν. Όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί παρά να εκβιάστηκαν όσοι πέρασαν πολλές εκατοντάδες ώρες δίπλα μου (εικοσιεπτά χρόνια είναι αυτά και υπάρχουν και τέτοιοι) και δηλώνουν ότι δεν με ξέρουν!
‘Ολοι ξέρουν ότι μού πήραν ουσιαστικά και το άλλο σπίτι, αυτό της οικογένειάς μου.
Και αν υπάρχει ανώτερη δύναμη; Κι αν υπάρχει μια απροσδιόριστη ενέργεια που μεταφέρεται; Τα ουρλιαχτά της Μάκας και η απελπισία της όταν έφταναν οι “ειδοποιήσεις” τους, και ο σπαραγμός της Νίας και των φίλων της όταν μας έδιωχναν ουσιαστικά από το σπίτι μας, θα ταράζουν για πάντα τον ύπνο τους. Η τραγωδία που ζήσαμε (που απλά λίγο τη σκιαγράφησα, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ζοφερή), που έγινε πολύ χειρότερη κι από αυτούς, γνωρίζοντάς το, θα τους κυνηγάει για πάντα.
Νομίζω αρκεί. Κι ελπίζω για αυτούς να κατάφερε να τους βγάλει από το μυαλό της και την ψυχή της η άλλη μετανάστρια Κυρία, μια καθαρίστρια (περήφανη δικαίως για την τίμια δουλειά της και πολύ καθαρός χαρακτήρας) που έτυχε ελάχιστα να δει από την κόλαση που δημιούργησαν κι έπεσε τυχαία σε μια “παράσταση” της κυνηγημένης στις σκάλες, και αρνήθηκε να πάρει μέρος στον “αποκλεισμό” μου. Κυριολεκτικά στο δρόμο την πετάξανε, με δύο άρρωστα παιδιά, χωρισμένη. Ελπίζω πραγματικά για αυτούς.
Εγώ είμαι υποχρεωμένος να είμαι εδώ. Πολύ δύσκολα, αλλά εδώ. Να προσπαθώ να ξεπεράσω όσα πέρασα. μέχρι να πάρει ένα δρόμο η Νία. Και να απαντάω και σε κάποια Αργυρώ -μεγάλη σίγουρα πια γυναίκα, μετά από σαράντα χρόνια που έχω να τη δω και να την ακούσω, να παίζει το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει κι ένα φτηνό τρολ – για όσα “της είπα” για το Μιχάλη! (Στο ίδιο κιόλας κείμενο με την Ντόρα!). Όποιος έζησε τη Βαβέλ, ξέρει πόσο αγαπούσα τον Μιχάλη (και μου το ανταπέδιδε με το παραπάνω), ξέρει τη σοβαρότητα αυτής της ιστορίας και πώς την αντιμετώπισα διαχρονικά. Όποιος δεν την έζησε, ευκαιρία είναι να δώσει καμιά συνέντευξη για την προσφορά του στο περιοδικό. Όλοι δεκτοί, φτάνει να μην λένε το όνομά μου.
Στα βουβά, έπρεπε να μας καταστρέψουν. Όπως, στη μεγάλη κλίμακα, μαζί με τους όμοιούς τους κατέστρεψαν μια χώρα, μια πολιτιστική έξαρση στη γέννησή της. Παρέα θα ζήσουμε σκηνές όπως του πρώην δημάρχου να τιμά τον ένα από τους capi, δίνοντάς του, αντί για τα κλειδιά της πόλεως, τα κλειδιά της αποθήκης με τις ζαρντινιέρες.
“Και η ζωή συνεχίζεται. Το γιατί το ξέρει μόνο αυτή.” (Αλτάν)
ΥΓ: Και πάλι, για να μην έχουμε παρεξηγήσεις. Όλα όσα αναφέρω σοβαρά, γράφτηκαν δημόσια και δεν διαψεύστηκαν ποτέ. Στη “διαχείριση κρίσεων” που σπούδασαν, η συμβουλή είναι να μη μιλάς, αλλά να “εξαφανίζεις” αυτόν που μιλάει. -Τα πικρά αστεία είναι αστεία. Και προφανή.
Και επαναλαμβάνω ότι δεν μιλάω για καλλιτέχνες, ούτε για την ποιότητα του έργου τους. Πολλούς τους χρησιμοποίησαν ως “ομήρους”, αλλά μιλάνε ειλικρινά. Δεν ήταν τα λεφτά των μάνατζερ. Ήταν περισσότερο το κύρος του θεσμού, έστω κι αν η παρέα έκανε τα πάντα για να καταρρακωθεί. Δεν γίνεται τελείως. Για τους καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο, η Αθήνα (και οι πολιτιστικοί θεσμοί της) θα παραμένει Αθήνα. Έστω και στο φαντασιακό.
To whom it may concern
2/5/2024
(Προσπαθώ να γράψω αυτό το κείμενο για τη ΒΑΒΕΛ και το πολύ οδυνηρό για εμάς ατελείωτο τέλος της, πολύ καιρό τώρα. Όμως άλλοτε μου έβγαινε πολύ θυμωμένο, άλλοτε θλιμμένο, άλλοτε “επίσημο”. Το έγραφα, το παρατούσα, ξανάρχιζα άλλο… Είναι τελικά μια συρραφή. Δεν έχω, όμως, άλλο χρόνο. Άργησα, και η ζωή μου πρέπει να αποκτήσει ξανά κανονικότητα. Άργησα κυρίως από το σοκ και την οδυνηρή κάθε φορά εμπειρία να πληρώνουμε πολύ βαριά η οικογένειά μου κι εγώ ένα περιοδικό και το Φεστιβάλ του, στα οποία μόνο έδωσα πολλά, κι έγιναν κάποτε το “μήλο της έριδος” πολύ ισχυρών πολιτικά -και όχι μόνο- ανθρώπων. Πέρασαν πολλά χρόνια, η ζωή μου πέρασε από χίλια κύματα και η “αρρώστια” τους που έδωσε τέλος στη Βαβέλ και στο Φεστιβάλ επανέρχεται, όλο και πιο βαριά. Και η σιωπή μου και η αντικειμενική αδυναμία μου να αντιπαρατεθώ με ένα ισχυρό “πολιτιστικό”, πολιτικό και οικονομικό μόρφωμα που εγκαταστάθηκε στο χώρο μας τους αποθράσυνε.
Θέλω να πνίξω την οργή μου, να απωθήσω τις πιο τραυματικές εμπειρίες από την πολιτική και “πολιτιστική” αλητεία*, που εισέβαλε κάποτε στη Βαβέλ και βρήκε πόρτες ανοικτές. Έκαναν το όνειρο που μοιράστηκα με τους αναγνώστες, εφιάλτη. Με εξάντλησαν οικονομικά (και όχι μόνο), φέρθηκαν απάνθρωπα στη μετανάστρια έξοχη γυναίκα μου. Ακόμα και πάνω στη βαριά αρρώστια που την οδήγησε στο θάνατο, ακόμα και πάνω στην ανείπωτη τραγωδία της (μας) μέσα στην τραγωδία της αρρώστιας. Αφαίρεσαν πάρα πολλά και από τη ζωή και το μέλλον ενός παιδιού.
Πριν από λίγους μήνες, υποχρεώθηκα να πουλήσω με κακούς όρους και το σπίτι μας. Ήταν μία από τις συνέπειες των κατά καιρούς -και τελευταία- κατασχέσεων και αφαιρέσεων μεγάλων ποσών για “χρέη” μου στη Βαβέλ και στο Φεστιβάλ της. Δεκαέξι χρόνια μετά το τέλος τους! Ανύπαρκτα, στην πραγματικότητα, χρέη που μου φορτώθηκαν εκδικητικά -στο τέλος της Βαβέλ, του Φεστιβάλ της, και μετά-, βάζοντας σε μεγάλες περιπέτειες εμένα και την οικογένειά μου.
Αυτή είναι, προς το παρόν, η κατάληξη. Η εξιστόρηση υπάρχει, όσο είναι δυνατό, στο παρακάτω. Συνοπτικά φυσικά, παρ’ όλο που το κείμενο είναι μεγάλο, με χρονικά άλματα, με παρεκβάσεις, με την φυσική ιδιοτυπία του.
Αν θέλετε, το διαβάζετε ως χρονικό ενός, εις δόσεις, “προμελετημένου εγκλήματος”. Εν ψυχρώ εγκλήματος, για όσους γνωρίζουν το περιοδικό, την ιστορία του, την κοινωνική παρέμβαση και επίδρασή του (όλα όσα εξαφάνισαν), αλλά και την περιπέτεια της οικογένειάς μου.
Αλλιώς, διαβάστε το ως μαρτυρία, αφού η Βαβέλ έρχεται συχνά στην επικαιρότητα, με πυκνές αναφορές Και υπάρχει ακόμα: στα “χρέη” μου.
Γιατί την ιστορία της Βαβέλ, των σημαντικών κοινωνικών παρεμβάσεων της, και του Φεστιβάλ, που ήταν κάποτε καταγραμμένα με λεπτομέρειες στο Δίκτυο, την έσβησαν ολοκληρωτικά στις αρχές του 2009 και την ξαναγράφουν ακόμα και τώρα. Και όλο και πιο πολύ θυμίζει “1984”.
ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ, ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΒΕΛ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΗΣ - ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Στο περιοδικό, όσο υπήρχε, έβαλα πολλά χρήματα, δικά μου και της οικογένειάς μου, ποσό που ξεπερνάει τις 200.000 Ευρώ. Και πάρα πολλή δουλειά, για 27 χρόνια. Και πάθος και μεράκι. Το περιοδικό ήταν το κέντρο της ζωής μου και έστησα τα γραφεία και το βιβλιοπωλείο του με χρήματα δικά μου και δικών μου ανθρώπων, το 1985. Και χρέη δεν θα μπορούσε να υπάρχουν, δεδομένου ότι η Βαβέλ ήταν οικονομικά αυτοδύναμη, ενώ μόνο τα τελευταία πέντε Φεστιβάλ, τους έφεραν κέρδη, με μέτριους υπολογισμούς, περίπου 1.500.000 Ευρώ.
Το Φεστιβάλ της Βαβέλ, για να το στήσω στα πόδια του, δούλεψα συχνά μέχρι πλήρους εξαντλήσεως, ξεχνώντας τι σημαίνει διακοπές και, κάθε Αύγουστο, και ύπνος.
Η ΒΑΒΕΛ (1981-2008)
Στη Βαβέλ, τα τέσσερα πρώτα χρόνια, 1981-1985, υπήρξα βασικός συνεργάτης και έκανα και υπέγραψα όλα τα αφιερώματά της, σχεδόν όλο το “και όχι μόνο”, με θέματα που έδιναν το κοινωνικό και πολιτικό στίγμα μας -και επανέρχονται ακόμα στους “δικούς μας” σημερινούς νέους- όπως αυτό για τους πολλές χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους στην Ιταλία, οι περισσότεροι από τους οποίους αθωώθηκαν πανηγυρικά μετά από εφτά έως έντεκα χρόνια προφυλάκισης! Με τις περίφημες “πόρτες” του Dalmaviva. Για τους “διαφωνούντες” στην ΕΣΣΔ, για την καταστολή στην Πολωνία, για την αντίθεσή μας σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό… εκτός φυσικά από επιλογές και μεταφράσεις κόμικς, μερικά από τα οποία παραμένουν ακόμα και σήμερα άξονες αναφοράς διεθνώς. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1980.****
Για δύο περίπου χρόνια της πρώτης περιόδου, ο κύριος δημιουργός της Βαβέλ ήταν ο Γιώργος Μπαζίνας, εκδότης στη συνέχεια του περιοδικού “ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ”, καθώς η Νίκη κι εγώ ήμασταν το μεγαλύτερο διάστημα εκείνης της διετίας στην Ιταλία, από όπου και έστελνα, μεταφράσεις και επιλογές κυρίως, με το ταχυδρομείο της εποχής. Ενώ ο Σταύρος Τσελεμέγκος, στον οποίο υποθέτω ότι ανήκει η ιδέα του περιοδικού, αποχώρησε στο έβδομο τεύχος.****
Από το 1985 μέχρι το 2008, ήμουν το 50% της εταιρείας που την εξέδιδε: ”Συνεκδότης” του περιοδικού, όρο που είχαμε συμφωνήσει να χρησιμοποιούμε και οι δύο δημόσια με τη συνεταίρο μου και σύντροφο μου μέχρι το 2001, Νίκη. Εγώ το τήρησα πάντοτε.
Στη σχέση μας, και σε ό,τι αφορά την προσωπική μας κοινή ζωή δεν αναφέρθηκα ποτέ δημόσια, γιατί το θεωρούσα γελοίο και απρεπές.
Μετέτρεψαν, όμως, την ιστορία του τέλους σε ”προσωπικά”. Αρχικά, αλλά ακόμα και τώρα το κυκλοφορούν. Ανάλογα…
Με κάθε τρόπο και με κάθε “δικαιολογία, κάθε φορά διαφορετική:
Μετέθεταν το κέντρο βάρους από αυτά που αφορούσαν το κοινό μας, το χαρακτήρα του περιοδικού, τους νέους δημιουργούς και τις ομάδες τους που αγάπησα και προώθησα.
Μετέθεσαν την προσοχή από τη μεγάλη οικονομική,πολιτική και “πολιτιστική” αγυρτεία, πριν και μετά την Ολυμπιάδα, στην οποία έναν από τους βασικούς ρόλους είχε αντικειμενικά ο κύκλος τους. Και οι περιπέτειές μου την μαρτυρούν καθαρά αυτή την “αγυρτεία” στο χώρο του πολιτισμού, ως ένα προφανώς μικρό κομμάτι της συνολικά, αλλά τεράστιο για τα δικά μου δεδομένα.
Μετέθεταν την προσοχή από τη “ληστεία” εις βάρος μου, την εξαφάνιση της ιστορίας του περιοδικού και των πρωτοποριακών τότε κοινωνικών και πολιτικών απόψεων του, και την προσπάθεια “αφανισμού” μου -Πώς αλλιώς μπορεί να το πει κανείς;).
Όσον αφορά τα προσωπικά, η σχέση μου και η συγκατοίκησή μου με τη Νίκη διακόπηκαν οριστικά το 2001, με δική μου πρωτοβουλία, και το περιοδικό, συνεπώς και το Φεστιβάλ του, τα διέλυσαν το 2008. Τίποτα προσωπικό από την πλευρά μου.
Όσο για τα υπόλοιπα, τα χρόνια της Βαβέλ, έζησα σε ”γυάλινο πύργο”, αφού τα γραφεία της ήταν ουσιαστικά το κύριο σπίτι μου και για μεγάλο διάστημα το μοναδικό. Kαι πάντα ανοικτό. Όπως ανοικτή ήταν πάντα η ζωή μου σε όλες τις δημόσιες δραστηριότητες μου. Καλές ή κακές, θα το κρίνουν οι αναγνώστες της Βαβέλ, όσοι διάβασαν τα βιβλία που μετέφρασα, και τα κείμενα που έγραψα (στη Βαβέλ και αλλού). Θα το κρίνουν τα 80.000 παιδιά (και οι γονείς τους) που έφτιαξα τα δόντια τους, 37 χρόνια στο Παιδοδοντικό Κέντρο.
Δεκαέξι χρόνια μετά το τέλος του, η ιστορία του περιοδικού και του Φεστιβάλ είναι tabula rasa. Ο καθένας μπορεί να γράφει και να λέει ό,τι θέλει, αφού στο Δίκτυο διέγραψαν δεκάδες χιλιάδες αναφορές. Όλες τις αναφορές, μέχρι το 2008.
Κι όμως, όποιος γράφει για την ιστορία της Βαβέλ ή, πολύ περισσότερο, γυρίζει ντοκιμαντέρ για το περιοδικό θα έπρεπε (στοιχειώδες είναι) να ψάξει κάπως τα τεύχη της. Και να αναρωτηθεί τι έγινε η περίφημη εκείνα τα χρόνια κοινωνική παρέμβασή της, τι έγινε η προσφορά της στα κόμικς, στην αισθητική, στην τέχνη γενικότερα, τι έγινε το τεράστιο υλικό που υπήρχε στο Δίκτυο, να έχει δει και τις μόνες οπτικές μαρτυρίες και απεικονίσεις δικές μας και του χώρου μας: το “Παρασκήνιο” της ΕΡΤ (κάπου το είχαν καταχωνιάσει κι αυτό, μέχρι πρόσφατα) ή τουλάχιστον το Polaroid του Άγγελου Φραντζή. Έστω την αρχή του μόνο, όπου δίνει την εικόνα του περιοδικού κυριολεκτικά (είναι γυρισμένη στο χώρο μας, με “ηθοποιούς” εμάς και τον σκηνοθέτη): Κάποιος (εγώ, εν προκειμένω) γράφει, συζητάει με τον Άγγελο για μια σειρά κειμένων που δημοσιεύει στο περιοδικό και του δίνει την ιδέα για αυτό που θα κάνει με την παρέα του στη συνέχεια, και αποτελεί την πλοκή της ταινίας. Μιλάει με τους δημιουργούς, ενώ άλλοι, στον άλλο χώρο, μοιάζουν να είναι σε έναν άλλο κόσμο, αυτόν που πραγματικά εισέβαλε στο περιοδικό μας για να πουλήσει ”εναλλακτικότητα”, καλύπτοντας (όχι μόνο) πολιτικές επιλογές. (Δεν ήταν σίγουρα στις προθέσεις του Άγγελου -δεν μπορούσε άλλωστε ακόμα να το ξέρει- αλλά ήταν η πραγματικότητα).
Αφού το όνομά μου σχετικά με τη Βαβέλ και το Φεστιβάλ εξαφανίστηκε από τις μηχανές αναζήτησης του Δίκτυου, μαζί με όσα ουσιαστικά έκανε το περιοδικό, μια και σε αυτά υπήρχε παντού, αφού μου “κατέσχεσαν” και οτιδήποτε αφορά τη σχέση μου με το περιοδικό, άρχισαν τώρα να μου “χαρίζουν” και κάποιες αναφορές.
(Γράφω τα αυτονόητα, αλλά ακόμα και τώρα αυτά τα αυτονόητα πληρώνω. Και το ότι, από το τέλος και μετά, κρατιόμουν όσο πιο πολύ μπορούσα μακριά τους, χτίζοντας αντικειμενικά δύσκολα μια νέα ζωή. Δυστυχώς για μένα, τους πληρώνω ακόμα. Επιστρέφω, λοιπόν, στα αυτονόητα και προφανή, απέναντι στην οργουελική “πραγματικότητά τους. Ίσως και χειρότερη από το “1984” στο συγκεκριμένο, αλλά έχουν εξελιχθεί. Έχουν περάσει και σαράντα χρόνια…
Λοιπόν:
Από το 1985 και μετά, δεν υπάρχει κόμικς που να μην επέλεξα, κόμικς που να μην μετέφρασα (εκτός από πολύ λίγα), κείμενο για τις καμπάνιες που κάναμε που να μην έγραψα ή μετέφρασα. Δικά μου είναι όλα τα ανυπόγραφα, όλα τα εισαγωγικά, και πάρα πολλά κείμενα και μεταφράσεις άλμπουμ με ψευδώνυμα, τα οποία σε κάποιο από τα τελευταία τεύχη κατέγραψα (για καλό και για κακό) ότι μου ανήκουν. Άλλωστε, το παιχνίδι με τη γλώσσα, σε διάφορα, το έκανε φανερό: Σ. Γεωργίου, ας πούμε, αναστροφή του ονόματός μου, Γιώργος Πιτένης, το πατρικό όνομα της μητέρας μου, Γιώργος Πιλότος στο Αεροπλανάκι, (το οποίο Αεροπλανάκι παρεμπιπτόντως ήταν ιδέα και εκτέλεση για λίγα τεύχη του νεαρού Βαγγέλη Περρή), ενώ τα τελευταία χρόνια το έγραφε μαζί μου και ο Γιάννης Κουκουλάς (υπογράφοντας τα κείμενά του), σημαντικός συνεργάτης και πρόθυμος να βοηθήσει αφιλοκερδώς και σε άλλους τομείς της Βαβέλ, στο βιβλιοπωλείο. Το πρότεινα, αλλά συναντούσα μια επίμονη και έντονη άρνηση. Όπως άρνηση συναντούσα πάντοτε στη δημιουργία μιας ομάδας, με ιδέες και παρατηρήσεις για το περιεχόμενο του περιοδικού, τουλάχιστον. Το προσπάθησα άμεσα, το προσπάθησα έμμεσα, έγραφα πάντα τι κάνουν πέρα από εμάς οι ”άνθρωποί μας”, αυτοί που αναδείχθηκαν από τη Βαβέλ, υπήρχε πάντα ανοικτό κάλεσμα να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι όλοι μαζί. Μήπως και κινητοποιηθεί δημιουργικά και το άλλο μισό. Συνήθως από ενδιαφέρον. Τίποτα. Ούτε δυο σειρές κειμένου, ούτε μια λέξη μετάφρασης. Μόνο το τετραγωνάκι της ”ταυτότητας” του περιοδικού, που δεν του έδινα καμιά σημασία, αφού οι ουσιαστικοί ρόλοι στη Βαβέλ ήταν γνωστοί και δεδομένοι. Λάθος μου, αλλά μήπως ήταν το μόνο;
Iδιαίτερο χρώμα και χαρακτήρα στο περιοδικό έδιναν και στήλες ή σειρές συνεντεύξεων. Για το Σινεμά έγραφε ο αγαπημένος φίλος Γιώργος Τζιώτζιος, με το ψευδώνυμο Γιώργος Μπάριος (Χόρχε Μπάριος ήταν το όνομα ενός ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού), ένα κλείσιμο ματιού στο κοινό μας, παράλογο (το ξέραμε και οι δυό μας, και γελούσαμε) πάθος για τον Ολυμπιακό. Αργότερα ο υπέροχος Άγγελος Φραντζής, ο “γιος μου”, που εξελίχθηκε σε σπουδαίο, τρυφερό σκηνοθέτη. Για τη μουσική (και όχι μόνο) έγραφε “εν εξάρσει” ο Γιάννης Νένες κι αργότερα ο Θοδωρής Κούτσης, πιο “σκληρός” στις προτιμήσεις του. Στήλη είχε κάποτε κι ο Νίκος Ξυδάκης, διπλωματούχος οδοντίατρος, μεταξύ των άλλων, “συνάδελφος” ας πούμε, που εργάστηκε κιόλας ένα διάστημα στη Βαβέλ. Θυμάμαι που ήρθαν και με βρήκαν στη Σχολή, ο Νίκος, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Γιώργος ο αδελφός του Νίκου κι ο Γιώργος Κοροπούλης. Έκανα ένα διδακτορικό για τις φοβίες των παιδιών απέναντι στον οδοντίατρο βασισμένο σε παιδικά σχέδια, που δυστυχώς δεν ολοκλήρωσα. Έβγαζαν ένα φοιτητικό περιοδικό απίστευτης ποιότητας, ένα έξοχο κύκνειο άσμα στην αριστερά που ξεπήδησε από το 1968, κάτι σαν ”ποίηση της ήττας” της. Τον Παντελή τον είδα ελάχιστες φορές από τότε, τον Νίκο αρκετές. Εργάστηκε στη Βαβέλ και είχε δική του στήλη για κάποιο διάστημα.
Με τη Βαβέλ συνεργάστηκε με δική του στήλη και συνεντεύξεις ο σπουδαίος ποιητής Σωτήρης Κακίσης, έγραψε διηγήματα – μετά από πολλά χρόνια “σιωπής”- ο Πάνος Κουτρουμπούσης, έγραψε μυθιστόρημα σε συνέχειες ο Περικλής Κοροβέσης με εικονογράφηση του Χρόνη Μπότσογλου, συνεργάστηκε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, ο νεαρός Φώτης Γεωργελές… Πάρα πολλοί, ετερόκλητοι, που έδεναν στη Βαβέλ, σε μια ιδιότυπη κοινή γλώσσα, πριν μας “καταβροθίσει” ο Μολώχ των πολιτικών και οικονομικών παιχνιδιών (και) στον πολιτισμό πριν και μετά την Ολυμπιάδα, τη δεκαετία του 2000.
Κάποιοι από τους σχεδιαστές μας , πέρα από τη “συνεργασία” ήταν και πάρα πολύ θετικές συχνές παρουσίες στη Βαβέλ. Ο Νίκος Κούρτης, παλιότερα, πολύ παραπάνω από νεαρός φίλος μου, μεγάλο φυσικό ταλέντο, αυτοδίδακτος, εξαιρετικός δημιουργός και άνθρωπος, χαιρόμουνα που με έλεγε “πατέρα”. Όπως “εξαιρετική περίπτωση” (case, με την έννοια που δίνουν οι αγγλοσάξονες) ήταν ο Λέανδρος. Μηχανή ανατρεπτικών ιδεών, διαβασμένος, σπουδαίος δημιουργός. Έχω γράψει πολλά για τον δημιουργό Λέανδρο. Και δεν αισθάνομαι ότι υπερέβαλα. Ο Χρήστος Δημητρίου, που είχε ζήσει μια ζωή στα όρια, βγήκε δυνατός, άφησε πολύ σπουδαία δουλειά. Άλλοι πολύ παλιότεροι σχεδιαστές, ο μεγάλος Αρχέλαος, που έμοιαζε να γεννήθηκε σε λάθος εποχή, υποστηρικτικός σε εμάς, στους νέους σχεδιαστές, σαν “πατέρας”. Ο Χρήστος Στίπας, ο “διάσημος άγνωστος”. Θα ήθελα πολύ να γράψω ένα βιβλίο για τη ζωή του. Δεν θα προλάβω. Ελπίζω ένα κείμενο στο blog.
Για όποιον πραγματικά ενδιαφέρεται, ας ψάξει το Αεροπλανάκι, τα εισαγωγικά σε κόμικς στη Βαβέλ. Υπάρχει ένας “θησαυρός ανθρώπων” που έκαναν πάρα πολλά, όχι μόνο στα κόμικς. Τους αναζητούσα, έγραφα, για να μην πέσουν στη λήθη αυτοί και το έργο τους. Θα γράψω και στο blog. Εκπληκτικές περιπτώσεις ανθρώπων και δημιουργών.
Η Βιβή Φωτοπούλου, σίγουρα, η ”κολλητή” μου. Για κάποια χρόνια, έκανε τη Βαβέλ γραφείο της, εκεί έφερνε και τις δικές της δουλειές, για να ‘ναι κοντά. Έκανε κι ορισμένες μεταφράσεις από τα ισπανικά για το περιοδικό. Στα Φεστιβάλ, από το έκτο και μετά αφηνίαζε, για να βοηθήσει. Δούλευε στην προετοιμασία του και το χαιρόταν στη διάρκειά του σαν μια μεγάλη διονυσιακή γιορτή. Την ανεκτίμητη για μένα Βιβή, από εκεί που δεν άντεχαν καν να τη βλέπουν, την εκμεταλλεύτηκαν και την εκμεταλλεύονται χωρίς ντροπή, ιδιαίτερα μετά το τέλος της.
Εκείνος που υπήρξε πραγματικά αναπόσπαστο κομμάτι του ”θρύλου’ ‘της Βαβέλ, και ας μην του άρεσαν τα κόμικς όπως έλεγε, ήταν ο Σταύρος Κούλας, ιδιοφυής γραφίστας και άνθρωπος. Με τον Σταύρο αισθανόμουνα περισσότερο από αδελφός, αγαπούσα τη δημιουργική του τρέλα, το χιούμορ του, χαιρόμουνα όταν χαιρόταν, ακόμα κι όταν ”εγκατέλειπε” τη Βαβέλ, ως δουλειά. Αν ήταν καλύτερα για αυτόν… Μου άνοιξε ένα κόσμο. Χωρίς τους δικούς μου κι εμένα, Βαβέλ από το 1985 και μετά δεν θα υπήρχε. Χωρίς τον Σταύρο, θα ήταν κάτι άλλο, σίγουρα όχι τόσο όμορφο. Και “φτωχότερο”. Και πολύ φτωχότερη η ζωή μου.
(Χωρίς φυσικά να υποτιμώ την προσφορά του πολύ σπουδαίου και πολυτάλαντου Πάνου Κασιάρη -μέλους κάποτε και των Last Drive- ή του εξαιρετικού ταλέντου, του “μικρού” -τότε- Soto Anagno, που σκίστηκα για να τον πείσω ότι έχει μεγάλες δυνατότητες εξέλιξης και να τον φέρω στη Βαβέλ, όταν αναζητούσα νέο αίμα με τις “συνεργασίες αναγνωστών”. Τότε που “ανακάλυψα” και τον Κωστάκη Ανάν.)
ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΕΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΩ
Μια μικρή και όσο το δυνατόν πιο απλή εξήγηση του τεράστιου προβλήματος που προέκυψε με το Φεστιβάλ:
Για να κάνουμε εκδηλώσεις και Φεστιβάλ, με συμβούλευσαν να δημιουργηθεί ένας Σύλλογος. Η ιδέα ήταν μιας παλιάς μου φίλης, ενός πολύ σημαντικού ανθρώπου για τις εκδόσεις (και όχι μόνο), της Μυρσίνης Ζορμπά. Έκανα, πριν από τη Βαβέλ, μεταφράσεις και επιμέλειες στον εκδοτικό της οίκο. Εφτά μέρες κρατούσε τότε το Φεστιβάλ (τέσσερις αργότερα) και οι τριάντα χιλιάδες της χορηγίας, μαζί με όσα έβγαζε το βιβλιοπωλείο και το μπαρ, ήταν υπεραρκετά λεφτά και για να βοηθηθεί και η Βαβέλ, που υπέφερε τότε από μια απίστευτη ιστορία. (Aν την ήξερα από την αρχή, θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Την έμαθα μετά από αρκετά χρόνια, όταν οι άλλοι που συμμετείχαν καταστράφηκαν ή κατέληξαν άσχημα, ενώ η Νίκη και το περιοδικό, που μπήκε σε θανάσιμο κίνδυνο, σώθηκαν κυρίως από τα λεφτά των δικών μου. Τότε που το έμαθα ήταν αργά. Ήμουνα ήδη “παγιδευμένος”.).
Η μεγάλη επιτυχία του Φεστιβάλ σήμανε παραδόξως και την αρχή του τέλους του περιοδικού. Στο μυαλό πολλών μπήκε η δυνατότητα πολιτικού κέρδους, και άλλων η εκμετάλλευση του πολιτικού για οικονομικό κέρδος, ή και τα δύο μαζί. Από μια στιγμή και μετά, “εγκαταστάθηκαν” ουσιαστικά στο περιοδικό. Και άφησαν (για ένα διάστημα) έναν “χρήσιμο” να δίνει με τα κείμενα του στο περιοδικό και με τις ιδέες και τα κείμενά του για το περιεχόμενο του Φεστιβάλ μια ουσιαστική διάσταση αμφισβήτησης, υπέρβασης ενός συστήματος. Και να είμαι φυσικά ικανοποιημένος που η Βαβέλ, με αυτή την κοινωνική στάση της, συντονιζόταν με τις διαθέσεις πολλού κόσμου.
Ο Σύλλογος που διοργάνωνε το Φεστιβάλ και ο έλεγχός του έγιναν προνομιακό πεδίο “παρεμβάσεων”. Από εμένα χρειάζονταν μόνο το καλό “street name”. Βασίζονταν στην καλή μου πίστη και στην αγάπη μου στη Βαβέλ, στο ότι θα μπορούσα να είμαι ώρες πάνω από μια σελίδα του Κολόμπο του Αλτάν , ας πούμε, για να τον αποδώσω. Και ήταν μια έκρηξη χαράς, κάθε φορά που εύρισκα μια απόδοση που ταίριαζε στο πνεύμα της κάθε βινιέτας του. Κι όταν τις έβλεπα σε αφίσες κινητοποιήσεων στους τοίχους, σε κινηματικά φυλλάδια, στην καθημερινότητα μιας παρέας, ήταν η απόλυτη ευτυχία. Ψαγμένη πάρα πολύ ήταν η κάθε λέξη, η κάθε φράση για την απόδοση στα ελληνικά του Andrea Pazienza, του Ralph Konig ή του Edika ή του Kaz, όλων… Στην ιδιότυπη ποιητική γραφή στα κόμικς του Loustal “τρωγόμουνα”… Ηδονή και έρωτας. Εκεί βασίζονταν.
“Σκανάρανε” τις σχέσεις μου μετά το χωρισμό, το 2001, “μήπως και κάποια του ανοίξει τα μάτια” (!), κι ανάλογα με τις αντιδράσεις τους ή τις δικές μου, έβγαζαν διάφορες ιστορίες.
Οι χορηγίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, και οι θέσεις στον κρατικό μηχανισμό πρώτα της Ντόρας, που “εξελέγη” (!) και πρόεδρος του Συλλόγου που διοργάνωνε το δικό μας Φεστιβάλ, και από το 2004 και της Νίκης (λιγότερο βέβαια) ήταν κορυφαίες.
Η μετεωρική άνοδος της Ντόρας στους ψηλούς κύκλους αποφάσεων και η εμμονή της με τη Βαβέλ (ειλικρινής σίγουρα στην αρχή, ως φοιτήτριας και κάποια χρόνια ως φίλης, μετά όλο και περισσότερο άσχημα μπλεγμένη με την “αρρώστια” της ανόδου στην εξουσία), ήταν τελικά ωρολογιακή βόμβα για το περιοδικό και το Φεστιβάλ. Όπως το είχε δει ως “Ντόρα της Βαβέλ”, όταν ανέβαινε, ως “εξάρτημα” εκδηλώσεων του κόμματός της και της σχέσης της με το πρωθυπουργικό ζεύγος αργότερα, και ως “Βαβέλ της Ντόρας”, με το Φεστιβάλ μας παράρτημα και “καθαριστήριο” του Φεστιβάλ Αθηνών, με τη Νίκη στο επίζηλο ΔΣ του, στο τέλος, δεν μπορούσε να υπάρξει. Στη Βαβέλ δεν μπορούσε να υπάρξει.
Αλλά για αυτά παρακάτω. Επανέρχομαι στα δικά μου:
Είχα κι άλλη εργασία πάντα, μερικές φορές και τρίτη, αλλά τα χρήματα (πολλά, κάποιες φορές) πήγαιναν τα περισσότερα στη Βαβέλ, σε αυτό που ήταν η ζωή μου κυριολεκτικά. Οι πιο θρασείς από όσους εμφανίστηκαν μετά την ανοικτή ρήξη του 2008, αναρωτιόνταν δήθεν τι σχέση έχει η οικογένειά μου. Απλώς, απλούστατα, χάρη στους δικούς μου (με χρήματα της οικογένειας μου, από το υστέρημα τελικά των ανιψιών μου, που προσέφεραν και πολλή δουλειά στο Φεστιβάλ και κατέβαζαν κι ένα τσούρμο, την παρέα τους, να βοηθήσουν στην ετοιμασία του) πολλοί βιοπορίζονταν και άλλοι ακκίζονται ως συνεργάτες, υπαρκτοί και ανύπαρκτοι. Κι άλλοι πλούτισαν πολύ ή πλούτισαν κι άλλο. Αυτά τα παιδιά, μια μεγάλη παρέα, μεγάλωσαν μαζί μου. Κι ένας, συνομήλικός τους και φίλος τους, ξάδερφος αυτός, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα, να βοηθήσει, να συλλέξει και να καταγράψει το υλικό του περιοδικού, να ετοιμάσει ένα site για τα κόμικς (και τελικά το έκανε και είναι εξαιρετικό). Η παρέα τους δέχθηκε πόλεμο, δήθεν ότι τους επιτέθηκαν στο Δίκτυο, το 2008, ενώ ”συνομιλούσαν” συνειδητά κυρίως με τρολ τους και με ένα παιδί (τότε) που ζούσε χρόνια στο εξωτερικό και θέλησε να βοηθήσει, θυμωμένος με όσα έμαθε, όταν βγήκα, βιαστικά και απελπισμένος κι αφού με μπλόκαραν από παντού. Ένα από τα πολλά παιδιά που μεγάλωσαν μαζί μας, αγαπημένος και ικανότατος, αλλά πολλά χρόνια μακριά από την Ελλάδα.
ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ
Ένας συμπαθητικός στο τηλέφωνο, αλλά καταφανώς άσχετος με το περιοδικό νεαρός (υποθέτω, από τη φωνή) με πήρε μια μέρα, πριν από δύο χρόνια νομίζω, για να πω κι εγώ “κάτι”, σε ένα ντοκιμαντέρ για τη Βαβέλ.
“Από τις συνεντεύξεις που πήρα, κατάλαβα ότι παίξατε κάποιο ρόλο. Να μιλήσετε κι εσείς. Μόνο πολύ σύντομα, γιατί είμαι στο τελικό μοντάζ”! Ζήτησα να το σκεφτώ, έκπληκτος, και ρώτησα με ποιους άλλους μίλησε. Κάποιοι ήταν αγαπημένοι άνθρωποι που για δύο-τρία χρόνια από τα 27 προσέφεραν πολλά. Ο Άγγελος Φραντζής, ας πούμε, ο υπέροχος Άγγελος, κι ο Νίκος. Αλλά και τελείως άσχετοι ή ελάχιστα σχετικοί με το περιοδικό.
”Αρνήθηκε να συμμετάσχει”, είπε κάπου για μένα ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ για τη Βαβέλ. Αρνήθηκα να συμμετάσχω ως ”συμπλήρωμα στο τελικό μοντάζ” σε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου, 27 χρόνια, ψυχικά και οικονομικά. Το ντοκιμαντέρ προφανώς δεν το είδα. Τι να δω ακριβώς; Ντοκιμαντέρ για ένα περιοδικό που θυμάμαι και την τελευταία λέξη της κάθε μετάφρασής του ή του κάθε κειμένου του, που είτε το έγραψα είτε το επιμελήθηκα; Ντοκιμαντέρ για ένα περιοδικό που θυμάμαι την κάθε ”ανάσα” του, την κάθε συζήτηση που έγινε, την κάθε πλάκα με το Σταύρο; Και που ο σκηνοθέτης του, κατάλαβε στο τέλος του μοντάζ ότι έπαιξα κάποιο ρόλο; Άντε να πούμε και κάτι μαζί στα γρήγορα, γιατί “είμαι στο τέλος και βιάζομαι”! Ντοκιμαντέρ είναι ντοκουμέντο, απόδοση της πραγματικότητας. (Και δεν αναφέρομαι στο καλλιτεχνικό κομμάτι, αυτό μπορεί να είναι καλό, και εύχομαι να είναι).
Για να γυρίζεται ντοκιμαντέρ για τη Βαβέλ και να βραβεύεται κιόλας, κάποιος άνθρωπος έγραψε, μετέφρασε, δούλεψε 27 χρόνια, πλήρωσε πάρα πολλά, πούλησε μετά τη βράβευσή του το σπίτι του για να σώσει προς το παρόν ό,τι μπορούσε να σωθεί, και πληρώνει ακόμα. Γιατί Βαβέλ και Φεστιβάλ υπάρχουν ακόμα στα ”χρέη” μου.
Κι αφού έσβησαν όλα τα άλλα, μαζί με το όνομα μου που τα συνόδευε πάντα, αφήνουν διάφορα απαράδεκτα (τουλάχιστον), να σέρνονται στο Δίκτυο από το 2009: “Το 1985 διαλύθηκε μια ομάδα και τότε μπήκε στη Βαβέλ και στα κόμικς ο αρχισυντάκτης Σιούνας”! Μεγάλη ανοησία, “μαγειρεμένη” από το εξουσιομανές τότε “επιτελείο” τους . Και ο Feiffer πότε δημοσιευόταν; Και οι εμβληματικές “πόρτες” του Dalmaviva; Kαι η Ada του Altan; Και οι βινιέτες του; Για τα αφιερώματά του και το “και όχι μόνο” έγραψα παραπάνω…****
Καμιά προηγούμενη ομάδα δεν διαλύθηκε το 1985. Για τα δύο χρόνια, το έγραψα ήδη, το περιοδικό το κράτησε ουσιαστικά ο Γιώργος Μπαζίνας. Είναι τουλάχιστον ντροπή, πολύ περισσότερο μετά από όσα ακολούθησαν, μετά από άλλα 23 χρόνια ζωής και στάσης του περιοδικού, κι άλλα δεκαέξι χρόνια μετά το τέλος του. Δεν υπάρχει τίποτα για τις σημαντικές κοινωνικές και ουσιαστικά πολιτικές παρεμβάσεις που έκανε η Βαβέλ, για τη συμβολή της στην καθιέρωση των κόμικς ως Τέχνης (και πέρα από την Ελλάδα: αναδείχθηκε ως ένα από τα δέκα καλύτερα και πιο επιδραστικά περιοδικά κόμικς της Ευρώπης -όταν υπήρχαν εκατοντάδες- από το περίφημο στο χώρο των κόμικς και πολύ σοβαρό Cahiers de la Bande Dessinee’) και προωθούν τέτοια, καταφανώς ανακριβή, να περιφέρονται στο Δίκτυο.)****
Πάντως, το 1985, στην εταιρεία υπήρχε μόνο ένας τίτλος, και στην νέα εταιρεία έμεινε. Και ζωή σε αυτόν τον τίτλο δώσαμε οι δικοί μου και εγώ. Γραφεία και βιβλιοπωλείο οι δικοί μου και εγώ, το 1985. Τα ίδια από εκεί και πέρα, μέχρι το 2008. Ακόμα και δανεικά από φίλους πήρα τότε (που δεν ξαναέκαναi και δεν θα το ξανακάνω ποτέ στη ζωή μου) για να καλύψω άλλους. Και μία και δύο και τρεις δουλειές και αγάπη για τους συνεργάτες και κούραση και άγχος. Και ντροπή όταν οι εκατοσταριές χιλιάδες σφύριζαν γύρω μου κι εγώ ήθελα να πιστεύω, στην αρχή, ότι η συνεταίρος μου “παγιδεύτηκε” και μπορώ να τη βγάλω από την “παγίδα” και να συνεχίσουν το περιοδικό και το Φεστιβάλ (αφού καθαρίσει).
Για να δω ξαφνικά (για μένα ξαφνικά), το παγωμένο μάτι της εξουσίας. Και από εκεί και πέρα: “όχι μόνο δεν θα φύγεις, αλλά θα σε διαλύσουμε εσένα και το περιοδικάκι σου”. Αυτή ήταν η περιρρέουσα διάθεση του μεγάλου και πολύ ισχυρού κύκλου τους.
Θα έκλεινε κάποια στιγμή το “περιοδικάκι”. Που δεν ήταν καθόλου “περιοδικάκι” όσον αφορά την ευρύτατη θετική ανταπόκριση του κόσμου. Ας τέλειωνε, φυσιολογικά “Ανθρώπινα”. Λέξη άγνωστη για την χυδαία εξουσία. “Add to dictionary”.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΙ ΤΟΥ “ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΥ” ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ
Επιστρέφουμε στο Φεστιβάλ, που από το όγδοο και μετά βυθιζόταν σε ανεξέλεγκτες χορηγίες, σε σχέσεις με ισχυρούς πολιτικούς, σε άμεση σχέση με το Φεστιβάλ Αθηνών, αυτό που σε μεγάλο βαθμό καθόριζε την πολιτιστική ζωή του τόπου. Και οι σχέσεις της συνεταίρου μου, ως μέλους του ΔΣ του Φεστιβάλ Αθηνών από το 2004, περνούσαν από το δεξί χέρι του πρωθυπουργού στον πολιτισμό (τη γνωστή παλιά φίλη, από την εποχή που τίποτα δεν προϊδέαζε μια τέτοια “εξέλιξή” της) στον πρωθυπουργό, σε “φιλότεχνους” μεγιστάνες σε “παρασημοφορημένους” από βασιλικές αυλές και Προέδρους Δημοκρατιών καθηγητές, σε vip του διεθνούς jet set, μέλη κατά καιρούς του Διοικητικού Συμβουλίου.
Μια χαρά ήταν όλοι τους, μια χαρά περνούσαν στα δείπνα τους και στις συζητήσεις τους περί τέχνης με τα τέρατα μορφώσεως ολιγάρχες Ανατολής και Δύσης. Με τη Βαβέλ τι δουλειά είχαν; Ή αν τη θέλανε για άλλοθι, δεν ρωτούσαν; (Ήταν το Δίκτυο γεμάτο τότε). Δεν ξέρουνε ότι υπάρχει πολύς κόσμος (ο περισσότερος), που τους απεχθάνεται, που φρίττει με τη δημόσια παρουσία και το γούστο τους, που δεν θέλει καν να να τους ακούει;
Κάποιοι φοβήθηκαν ότι το πρόβλημα στη Βαβέλ θα αποτελέσει την αρχή ντόμινο, δεδομένης της πολύ μεγάλης θέσης της Προέδρου του Συλλόγου “μας” και της συνεταίρου μου, κι αποφάσισαν να εκριζώσουν το “πρόβλημα”: το περιοδικό με αυτά που έγραφε και τον τύπο που τα έγραφε και αντιδρούσε. Αντιδρούσα με πολύ φόβο, σίγουρα, και με μεγάλη ταραχή. Η κάθε μεγάλη πρόκληση κατέληγε με εμένα σε άθλια κατάσταση (είκοσι κιλά είχα χάσει), και άλλος να παριστάνει τον κυνηγημένο και να τρέχει κάτω στο βιβλιοπωλείο! Θα μπορούσε να είναι και σκηνές κωμωδίας. Αν δεν ήταν προϊόν δεκάδων καθημερινών επικοινωνιών μεταξύ τους και με το “νομικό επιτελείο” τους. Αν δεν ήταν τραγωδία που εξελίχθηκε και εξελίσσεται, ακόμα κι όταν είχα ξεχάσει καν πώς είναι φυσιογνωμικά, σε ένα χρόνο περίπου (τραυματική αμνησία), ακόμα και όταν ζούσα σε άλλη χώρα με την έξοχη Μάκα, με άλλους ανθρώπους που τα προβλήματά τους (αλλά και η γλυκύτητα και η αγάπη τους) ήταν ουσιαστικά. Πραγματικά, ζωής ή θανάτου, και όχι η εξουσιομανία (και όχι μόνο) των πανίσχυρων πλέον Προέδρων και μελών ΔΣ.
Ενώ πια Πρόεδρος του Συλλόγου που οργάνωνε το Φεστιβάλ της Βαβέλ είχε γίνει (έτσι, σε κάποιο γραφείο, χωρίς να το ξέρω) η κουμπάρα του πρωθυπουργού, εγώ συνέχιζα να γράφω κείμενα αμφισβήτησης, κείμενα από έναν άλλο κόσμο, το “δικό μας” κόσμο. Τέλος πάντων, αυτόν που εγώ θεωρούσα δικό μας κόσμο, αλλά συντονιζόταν με ένα ευρύ κοινό που καταξίωσε το περιοδικό, απέναντι σε αυτό το μόρφωμα της εξουσίας που έκανε κουμάντο στον πολιτισμό. Την εποχή κυρίως του κατοίκου της Ραφήνας, που γύρω του τα εκατομμύρια για τον πολιτισμό σφύριζαν, κι αντί να τον βοηθούν, τον έπνιγαν , μαζί με οποιονδήποτε τολμούσε να αντιδράσει. Συνέβη παντού αυτό, συνέβη και στον πολιτισμό.
Και να βρίσκω για τίτλο και περιεχόμενο ενός Φεστιβάλ το SYSTEM TERROR (“παίζοντας” με το system error, που έβγαζαν τότε συχνά τα κομπιούτερ όταν “πάγωναν”) και να γράφω στο εξώφυλλο του περιοδικού, τον Ιανουάριο του 2008, MERRY CRISIS – HAPPY NEW FEAR (για την καταιγίδα που ερχόταν για όλους μας και, τελείως παρεμπιπτόντως, και για τη Βαβέλ). Έγινε και σύνθημα στους δρόμους, σε πολλά μέρη στο κέντρο της Αθήνας. Εμφανίστηκε την ίδια εποχή και στην Ευρώπη, εμφανίζεται ακόμα και τώρα τις Πρωτοχρονιές. Και σκλήραινα τα εισαγωγικά σημειώματα και έκανα και σκληρή κοινωνικά στήλη, κάτι σαν “ανταποκρίσεις από το μέτωπο” του οικονομικού και κοινωνικού άγριου πόλεμο που είχε ξεκινήσει εναντίον όλων μας. Ενοχλητικός. Σαν μύγα για αυτούς, που κάποια στιγμή θα την έλειωναν.
(Μια απαραίτητη διευκρίνιση: Δεν αναφέρομαι στους καλλιτέχνες. Από τη φύση τους, θεωρούν το έργο τους ανεκτίμητο και φυσικά μεγάλη τιμή να συμμετέχουν στο Φεστιβάλ6 Αθηνών ή σε άλλες σημαντικές εκδηλώσεις. Θυμάμαι από παλιά τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες στον κόσμο να θεωρούν “κορύφωση” της καριέρας τους” το ότι εμφανίστηκαν στη σκιά της Ακρόπολης. Δεν ξέρω καν τις αμοιβές τους. Και μεγάλες να ήταν, εντάξει. Δεν μου πέφτει λόγος.)
Τα ποσά των χορηγιών είχαν πολλαπλασιαστεί, η απαίτησή μου να γνωρίζω και να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση και να καθαρίσω τη θέση μου μεγάλωνε.
Στο μεταξύ, η Ντόρα έβγαινε όλο και πιο μπροστά. Παραμάγαζό τους γινόταν το Φεστιβάλ. Κάποτε διακόπηκαν και τα κεντρικά δελτία ειδήσεων για να παρουσιάσουν την είσοδο στο Φεστιβάλ της Βαβέλ της πρωθυπουργικής συζύγου! Συνοδευόμενης από τη Ντόρα (και όχι μόνο). Εγώ μακριά, όπως όταν είχε έρθει ο σύζυγός της, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, κι εγώ απομακρυνόμουν. Αγένεια; Μάλλον θυμός και ντροπή. Και δωρεάν διασκέδαση, όταν είδα την “χρυσή εφεδρεία της χώρας” και σήμερα, να σκάει στα γέλια μπροστά στα πρωτότυπα του Muńoz! Σε κόμικς του είπαν θα πάει, πλάκα έχουν όλα. Και κάπου, στη μεγάλη αίθουσα, ο Ιάσωνας Τριανταφυλλίδης να του λέει δυνατά, με τη χαρακτηριστική φωνή του: “ότι είστε εδώ σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά: ή με εσάς ή με τη Βαβέλ”. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τη Βαβέλ, στον παράλληλο κόσμο που είχαν δημιουργήσει. Και ήμασταν πολύ στην αρχή.
Από το 2004 ιδιαίτερα, το κακό με το κορίτσι, που πολλά χρόνια πριν πέρασα ώρες ατελείωτες να τη βοηθήσω στη διπλωματική της εργασία για τα κόμικς, παράγινε. Μέθυσε από την εξουσία.
Και τα υπονοούμενα, αλλά και πιο καθαρές, σαφέστατες μπηχτές στον Τύπο για το Φεστιβάλ και τη Βαβέλ πυκνώνανε. Μέχρι τη δημόσια ρήξη, το 2008, και τα αποτελέσματά της, φίλοι και συνεργάτες περνούσαν και ξαναπερνούσαν για να μου πουν άλλοτε ανοιχτά, πολύ ανοιχτά, κι άλλοτε με υπονοούμενα, ότι “Καταλαβαίνουμε τι γίνεται”. “Φαίνεται πού το πάει αυτή” και (κάποιοι) “δήθεν εσύ δεν ξέρεις”.
Κι όμως δεν “επιτρεπόταν” να ξέρω και να παρέμβω. Η έδρα του Συλλόγου ήταν πια στο σπίτι της Ντόρας (εκεί με παρέπεμπαν με τον θράσος της εξουσίας, εκεί που δεν μπορούσα να πάω). Και ζητούσα να ”καθαρίσουμε”, αντιδρούσα, απαγόρευσα να μπαίνει το όνομά μου στον κατάλογο, δεν πήγαινα στις εκδηλώσεις του. Γύριζα “σαν σκύλος” έξω από το Γκάζι για να μυρίσω και να μεθύσω με την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν αυτοί που θεωρούσα κάτι σαν “συντρόφους” μου, κοντά στη διάσταση που είχα δώσει στη Βαβέλ. Μετά στα γραφεία, να περιμένω να συναντήσω τους ιταλούς (και όχι μόνο) δημιουργούς φίλους μου. Να τα πιούμε, να συζητήσουμε για τα δικά μας “πάθη”: την τέχνη, την υπέρβαση, για ένα καλύτερο κόσμο. Και πλάκες βέβαια και γέλιο πολύ. Όταν αποχαιρετιστήκαμε με τον Kaz, έκλαιγε (κι εγώ-είναι ένας υπέροχος άνθρωπος). Τέσσερις μέρες και είχαμε δεθεί. Γούσταρε τη φάση και την παρέα που κάναμε.
ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ Η ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΑΛΛΩΝ
Στο ΔΣ του Φεστιβάλ Αθηνών, το άλλο μισό της εταιρείας μας τοποθετήθηκε ως εκλεκτή του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, υπό τον “πρωθυπουργικό φίλο”, όπως παρουσιαζόταν ο νέος Διευθυντής του Φεστιβάλ στην αρχή.
Ή ως “ο κύριος δεν δίνω λογαριασμό σε κανένα, παρά μόνο στους δικούς μου”, ή “αυτός, οι κολλητοί του και το σκοτεινό άβατο”, ή ”μπαίνεις στα γραφεία τους και τα εκατομμύρια σφυρίζουν πάνω από το κεφάλι σου”, ή -πρώτη είδηση το πρωί- ”Eισαγγελέας παρεμβαίνει για τα οικονομικά του Φεστιβάλ Αθηνών”, και από το απόγευμα τίποτα. Και άλλα πολλά, όλα αναπάντητα. Και μετά, ξαφνικά, σιωπή. Ή, τελείως άλλος σκοπός: ύμνοι!
Ζούσα σε ένα “καθαριστήριο” πολύ ισχυρών συμφερόντων, κυρίως την περίοδο που o Άγιος Γεώργιος (όχι ο παλιός, ο νέος, από τη Γαλλία, ο Διευθυντής που την “αγιοποίησή” του πρότεινε ειρωνικά κάποτε δημοσιογράφος της ΕΦΣΥΝ. Έκπληκτος και απαυδισμένος, φαντάζομαι, κι αυτός από τους απίστευτους και, συχνά, αντικειμενικά αστείους ύμνους που τον συνόδευαν, και την ουσιαστική “απαγόρευση” κάθε κριτικής στο πρόσωπό του. Aκόμα και παρατηρήσεις, του τύπου “Μου φαίνεται λίγο φαλακρός”, ξεσήκωναν το ιερό μένος των εκατοντάδων πιστών του σε όλα τα μεγάλα ΜΜΕ: “Πώς τολμάς, μιαρέ;”. Αλλά και προειδοποιήσεις να το ράψει ο άπιστος: “Άλαλα τα χείλη των ασεβών’, γιατί…). Αυτός, λοιπόν, ανέλαβε το μεγαλύτερο πολιτιστικό θεσμό της χώρας, το Φεστιβάλ Αθηνών, με τον όρο να μη δίνει λογαριασμό παρά μόνο στους δικούς του (έτσι γραφόταν παντού και δεν διαψεύστηκε). Ως ”πρωθυπουργικός φίλος” και έμπιστος της πρωθυπουργικής κουμπάρας και ‘πρόεδρου” του Συλλόγου που οργάνωνε το Φεστιβάλ της Βαβέλ!
(Επαναλαμβάνομαι, φυσικά. Αλλά από την επανειλημμένη χρήση αυτής της θλιβερής πραγματικότητας πλήρωσα και πληρώνω ακόμα.)
Η τοποθέτηση της Νίκης στο ΔΣ του Φεστιβάλ Αθηνών έγινε, όπως υποθέτω βάσιμα, για να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι το καλό street name της Βαβέλ . Το δικό τους “name” ήταν το πρόβλημα. Και όχι μόνο το όνομα.
Μαζί της ένας καθηγητής, που, όπως λέει το επίσημο βιογραφικό του: “Έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, τη Λεγεώνα της Τιμής από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας για την προσφορά του στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Πολιτικής Αξίας από το Βασιλιά της Ισπανίας»!. Παρεμπιπτόντως, ήταν σχεδόν μόνιμος καλεσμένος της πιο γνωστής Λέσχης των ισχυρών του κόσμου, και τώρα πλέον ένας από αυτούς που την οργανώνουν. Επίσημα. Και ο μακαρίτης Δεληβοριάς, που αποχώρησε γρήγορα. Η παρέα του τριμελούς ΔΣ συμπεριλάμβανε εναλλάξ κροίσους, κάποια vip κυρία, διάφορους. Άλλος κόσμος… Και η μεγαλύτερη σταθερά του ΔΣ ήταν η “δική μας”.
Το καταλαβαίνω: κανείς δεν θα είχε διάθεση να τα βάλει με το πρωθυπουργικό περιβάλλον κι αυτό το μόρφωμα εν είδει Πολιτιστικής Μαφίας. Ούτε βέβαια με τα διορισμένα Διοικητικά Συμβούλια πανίσχυρων, ανεξέλεγκτων οργανισμών. Μόνο που αυτοί είχαν εγκατασταθεί στον οργανισμό της Βαβέλ και ρουφούσαν κάθε χυμό της.
“Εγκαταστάθηκαν” σε ένα περιοδικό με συγκεκριμένη στάση και απόψεις. Σε αυτό που ήταν η ζωή μου, υλικά (με την έννοια ότι το έζησα) και ψυχικά. Κάθισαν στο κεφάλι ενός άλλου από αυτούς κοινού, και βέβαια στο δικό μου και των δικών μου ανθρώπων. Σε εκείνο το γραφείο, για το οποίο γράφανε, κοιμόμουνα κιόλας. Δεν μπορούσα να μην αντιδράσω. Με την αφελή ελπίδα -μέχρι τις αρχές του 2008- ότι όλα θα μπορούσαν να συνεχίσουν, αν καθάριζε η θέση η δική μου και των ανθρώπων μου, κι αυτοί ας έκαναν ό,τι θέλουν, όχι (και) στο όνομά μου, όχι (και) στο όνομα της Βαβέλ και όσων έγραφα. Μεταξύ των δύο μας θα καθάριζε στα χαρτιά. Μέχρι και κοινό δικηγόρο πρότεινα, όποιον θέλουν. Εκτός κι αν έφευγα, όταν απελπίστηκα. Το επιχείρησα. Οι αναβολές των συναντήσεων με το λογιστή και το δικηγόρο που επέμενε να παριστάνει, εξαφανισμένος από μένα, το νομικό σύμβουλο της εταιρείας μας, πέρασαν τον ένα χρόνο (!), η τυπική ευγένεια μπροστά σε κόσμο, εναλλασσόταν με απειλέςκαι με ανοικτές προκλήσεις. Ο χρόνος που είχα να δω και να μιλήσω πραγματικά με κάποιον από τους πέριξ ισχυρούς, ήταν αρκετά μεγάλος και η συμπεριφορά τους πριν ήταν “γλυκύτατη”, πολλές φορές υπερβολικά (για να “καλύπτονται” προφανώς πίσω από όσα έκανα και έγραφα και πίστευα). Και ξαφνικά έβλεπα το φονικό μάτι της εξουσίας που είναι αποφασισμένη να τελειώνει το περιοδικό κι εσένα. Σοκ. Σε επίπεδο προσωπικό, ήταν σαν σκηνή από horror movie! Μέσα σε θεατρικό έργο του παραλόγου.
Την τελευταία φορά που μιλήσαμε κάπως κανονικά, έστω τηλεφωνικά, με τη Νίκη ήταν πάνω στο “αίσχος του Πεκίνου”. (Έτσι το χαρακτήριζαν αργότερα, και το φόρτωσαν, μπορεί και να το υπέγραψε, σε εκείνον τον “παράγοντα του πολιτισμού” που έπεσε από το μπαλκόνι. Τον Ζαχόπουλο. Τον μισούσε η “δική μας” -γέλια, που θα έγραφε και ο Λάλας- “τάση” και ο κύκλος της. Μού έμοιαζε ο αντίπαλός τους πόλος στον έλεγχο του πολιτισμού). Ζητούσα να διαχωρίσω τη θέση μου επειγόντως, με κάποιο τρόπο. Δεν μιλήσαμε για αυτό. Πονούσε και μου περιέγραψε μια κατάσταση που είχα συναντήσει στο ιατρείο, στο στρατό. Περιτονίτιδα, σίγουρα περιτονίτιδα που προχωρούσε σε άσχημη φάση, και όχι αυτό που πίστευε και δεν ήθελε να πάει στο Νοσοκομείο. Κινητοποίησα την αδελφή της όλους τους κοινούς γνωστούς, είπα σε φίλους που μιλούσαν ακόμα στην Ντόρα να την ειδοποιήσουν. Πήγε στο Ιπποκράτειο, έστω αργά, άθλια κατάσταση, αργούσαν να την πάρουν, τσακώθηκα, μπήκε, σώθηκε στο τσακ. Ήρθε και η κουμπάρα, με ύφος μπος, με κάποιον άγνωστο σε εμένα. Ο ρόλος μου τελείωνε εκεί.
Με το τέλος της συμμετοχής “μας” στις πολιτιστικές εκδηλώσεις της Ολυμπιάδας του Πεκίνο αφηνιάσανε. Συνεχείς προκλήσεις. Δεν απαντούσα. Κάποιες φορές, κατέρρεα. Δεν ήταν εύκολο. Ζητούσα επίμονα να βρεθούμε έστω με το νομικό “μας” σύμβουλο, έστω να φύγω αφού καθαρίσουμε. Ακόμα κι αν είχε μείνει κάτι μέσα, από τις άπειρες “ευεργεσίες” τις δικές μου, των δικών μου, του πατέρα μου, που ήταν σε προχωρημένη άνοια, στα ενενήντα του, είχε χωθεί τόσο πολύ, που τα “αφεντικά” δεν της επέτρεπαν να συνεννοηθεί. Η καλύτερη εκδοχή… Και η αδελφή ακολουθούσε. Της είχαν δώσει τον τίτλο του περιοδικού το 1998, νομίζω. Το βρήκα μετά από 10 χρόνια. Κι εγώ την πλήρωνα κι αυτή δύο δεκαετίες. Γιατί “πρέπει να την προστατεύεις”.
Στην τελευταία ονομαστική γιορτή του άλλου μισού της εταιρείας που βρισκόμουν εκεί, τα γραφεία γέμισαν από λουλούδια του πρωθυπουργού, της συζύγου του, υπουργών και διάφορων “αξιωματούχων”, και άγνωστες, πολύ εχθρικές παρουσίες. Οι άγνωστες σε εμένα εχθρικές παρουσίες πλήθαιναν.
Αισθάνονταν απειλούμενοι, ακόμα και από την αποχώρησή μου. Και τέτοιου είδους μορφώματα δεν επιτρέπουν την “απείθεια”, απόλυτα φυσική δεδομένης της φύσης του περιοδικού και της φύσης του κοινού μας και εκείνου που έδινε τον τόνο με τα κείμενά του. Γιατί μπορεί να λειτουργήσει ως ντόμινο. Και την εκδικητική μανία τους την πλήρωσα και την πληρώνω.
Την πλήρωσε η οικογένειά μου, την πλήρωσε και η καινούρια μου οικογένεια. Με ξαφνικές ειδοποιήσεις για μεγάλα χρέη, όταν αποκλειόταν να χρωστάω τίποτα, να την ταράζουν. Με ανακρίσεις και πειθαρχικά συμβούλια για να μου κόψουν τη δουλειά από την οποία ζούσαμε, επειδή κάποιος (;) έστειλε ανώνυμα στο ΙΚΑ το εταιρικό μας, με την σημείωση ότι ”Αυτός ο υπάλληλός σας ήταν και εκδότης της Βαβέλ. Απαγορεύεται”. Ανακρίσεις από έναν, τρομοκρατημένο από τη διοίκηση, παιδίατρο, και παραπομπή στο Πειθαρχικό με εισήγηση για απόλυση, την εποχή της εξίσωσής μας και μισθολογικά με τους γιατρούς του ΕΣΥ. Είχα ρωτήσει κάποτε το δικηγόρο του Οδοντιατρικού Συλλόγου αν μπορώ να έχω εταιρεία (μπορούσα). Ευτυχώς, στην αποφασιστική συνεδρία προήδρευσε μια νεαρή και καταρτισμένη νομικός και γλίτωσα την καταστροφή από τότε. Της φάνηκε απίστευτο, που με ταλαιπώρησαν και με παρέπεμψαν εκεί, με τέτοια εισήγηση. Είχα και τη σημαντική συμπαράσταση συναδέλφων.
Ειδοποιήσεις για μεγάλα χρέη και ταραχή, το διάστημα που η γυναίκα μου ούρλιαζε από τους αφόρητους πόνους του καρκίνου, μέχρι που το σώμα της γινόταν σαν σκάκι από τα Fentanyl, κι έπεφτε πρώτα σε σύγχυση και μετά σε κάνα δίωρο βαθύ ύπνο, και πάλι από την αρχή. Ειδοποιήσεις για “χρέη” και πανικός, όταν τα “χτυπήματα” στην οικογένειά μου είναι πολύ δύσκολο ακόμα και να τα αφηγηθώ. Μια απίστευτη τραγωδία, με δύο άλλα παιδιά, μέρος της οικογένειάς μας, και αυτοί να προσθέτουν ταραχή και τρόμο. Και το ξέρανε καλά.
Αυτά που δόθηκαν ή κατασχέθηκαν για “χρέη μου”, είναι 120.000 ευρώ περίπου, και, μαζί με τα μοιραία για το σπίτι μου τελευταία σαράντα (τουλάχιστον, γιατί ακόμα πληρώνω), πολύ πάνω από 160.000. Μετά το 2009, που έκανα οικογένεια. Πιο πριν…
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ
Μου έκαναν format στο κομπιούτερ, οι φρουροί της πρωθυπουργικής κουστωδίας κυκλοφορούσαν προκλητικά στα γραφεία, όλο κάτι δήθεν έφερναν για τη Νίκη, μου αφαιρούσαν πολύτιμα πράγματα, έτσι για πρόκληση. Το mail μου είχε γίνει σουρωτήρι. Έμπαιναν και παρενέβαιναν ανοικτά με δικά τους μηνύματα, με διαγραφές και επανεμφάνιση κάποιων από τα δικά μου, με ένα πρόγραμμα που μάλλον ήταν το Stealth, που υπήρχε τότε για τα Μac, με έσπρωχναν σε δικηγόρους, εκεί που ήξεραν ότι ήταν δυνατοί με τις πλάτες μεγιστάνων και του κράτους. Κάποιες φορές, κατέρρεα. Στο τελευταίο τεύχος, που εξαφάνισαν γρήγορα, έγραψα όσο πιο καλυμμένα για τα πρόσωπα μπορούσα, ότι τη ζωή μου δεν θα την κάνω βορά δικηγόρων, όσο κι αν το θέλουν και με σπρώχνουν εκεί. Μόνο αυτοί και κάποιοι πολύ υποψιασμένοι μπορούσαν να καταλάβουν σε ποιούς αναφερόμουν κι όποιος το διάβασε μετά την ανοικτή ρήξη, αν το βρήκε, κι όποιος το έχει ας το δει. Οι συνεργάτες μας, που σκίστηκα να τους αναδείξω και να τους βοηθήσω και μου αφιέρωναν τα βιβλία τους ένα μήνα πριν και μου έλεγαν “Πώς το αντέχεις; Διάλυσέ τες!” (και τα έλεγαν και αλλού) εξαφανίζονταν τρομοκρατημένοι. Μού τηλεφώνησαν ή ήρθαν αρκετοί να μου πουν ότι κάτι τρέχει σοβαρό κι ότι αυτοί δεν πρόκειται να τις ακούσουν και να με “απομονώσουν”, όπως τους ζητούσαν επιτακτικά. “Αν είσαι εσύ εντάξει, διάλυσέ τες!”. Και μετά, εξαφάνιση. Δεν είχα διάθεση να διαλύσω κανένα. Ούτε και μπορούσα, άλλωστε. Παρ’ όλο που διέλυαν μεθοδικά το “σπίτι μου” για 23 χρόνια. Και δεν παρεξηγώ για τότε τους συνεργάτες. Κατάλαβαν πόσο ισχυροί ήταν. Κατάλαβαν ότι από κάποια στιγμή και μετά, ήθελα, απελπισμένος έστω να φύγω. Αφού οι άλλοι το πήγαιναν για διάλυση του περιοδικού και δική μου, δεν θα είχα κάποια επαγγελματική συνέχεια να τους δώσω. Για το “μετά” υπάρχει κάποιο πρόβλημα, ηθικό κυρίως, δεδομένων όσων έσβησαν κι αυτού που αφέθηκε να κυκλοφορεί. Και οι προκλήσεις συνεχιζόταν όλο και πιο δυνατές. Η αδελφή της συνεταίρου μου, η προστατευόμενή μου (!) για είκοσι χρόνια, που καμία σχέση δεν είχε ούτε με την εταιρεία, ούτε με το περιοδικό, τη μέρα που πληροφόρησαν ένα γνωστό μου (κι έτσι το έμαθα και εγώ) ότι της είχε μεταβιβαστεί ο τίτλος, “με τη συναίνεσή μου” (!), και κάποιος υπάλληλος προφανώς την ειδοποίησε, ήρθε στο γραφείο, από το οποίο ήταν καιρό εξαφανισμένη. Νόμιζα ότι ήθελε κάπως να δικαιολογηθεί. Κι αυτή μου είπε μόνο ”Με πούλησες”! Μετά από συμβουλή και συζήτηση βέβαια, γιατί αυτό δεν θα μπορούσε να το κάνει -την ξέρω καλά. Σαν να μην μου έφτανε το σοκ του γεγονότος.
Το φώς και το νερό στα γραφεία επάνω τα είχαν κόψει, αλλά ”πήγαινε, για να μην κλείσουν την εταιρεία εις βάρος σου “μου είπε η πρώτη “φίλη” -εμμέσως φίλη- δικηγόρος, που την προσεταιρίστηκαν, είτε με χρήματα, είτε με το φόβο.
Εξαφάνισε χαρτιά ετοιμάζοντας δήθεν κάποιες ενέργειες απεγκλωβισμού, για “τους χειρότερους ανθρώπους που γνώρισε στη ζωή της”, για τη “μαφία που έπεσες”, έλεγε στην αρχή κι εγώ ταραζόμουνα γιατί διαλυόταν το σπίτι μου, εκεί που έδωσα, πέρα από τη δουλειά μου, τον εαυτό μου και τα χρήματα τα δικά μου και της οικογένειάς μου. Από το σπίτι της οικογένειας, όταν το πούλησαν και μετακόμισαν σε μικρότερο, πήραμε η παιδίατρος αδελφή μου ένα σπίτι, κι εγώ ένα μικρότερο, για να καλύψω με τα πολλά υπόλοιπα χρήματα , τις αυξημένες υποχρεώσεις της οικογένειας και (πολύ περισσότερο τελικά) τα “χρέη” μου στη Βαβέλ και στο Φεστιβάλ. Το σπίτι που πρόσφατα αναγκάστηκα να πουλήσω. Επανέρχομαι στη δικηγόρο. Συμφώνησε μαζί τους να εξαφανίσει τα πάντα που είχα και να τους δώσει χρόνο να εξαφανίσουν όσα θα μπορούσε κάποιος να βρει. “Πού πάς, ρε φίλε;”, μου είπε πολιτιστική συντάκτης μεγάλης εφημερίδας. “Αυτοί έχουν τεράστια δύναμη, όσους δικηγόρους θέλουνε, τον πρωθυπουργό τον ίδιο, προσφέρουν προοπτική στους συνεργάτες σου με το Φεστιβάλ Αθηνών, μπορούν να τους δώσουν επαγγελματική συνέχεια, όσα λεφτά κι αν μπουν μέσα. Πρώτη φορά ακούς για πλυντήριο; Πλυντήριο συν Φεστιβάλ Αθηνών, συν τεράστια πολιτική δύναμη, την πάτησες άσχημα. Θα αφήσει ο Καραμανλής να εκτεθεί το πολύ άμεσο περιβάλλον του έτσι;”. Το ήξερα. Και λοιπόν; Να φύγω ζητούσα πλέον.
Με τη Νίκη έζησα χρόνια μαζί και την Εύη την είχα πολλά χρόνια σαν αδελφή μου. Κάποτε μου άνοιξαν το σπίτι τους στη Φλωρεντία, για όπου ξεκίνησα αμέσως μετά το στρατό, γιατί αισθανόμουνα ότι χωρίς να πάω στην Ιταλία, δεν θα μπορούσα να ζήσω, γιατί η Ιταλία -η γλώσσα, ο πολιτισμός, η πολιτική της- είχε γίνει μεγάλο κομμάτι της ζωής μου πολλά χρόνια πριν φύγω. Και το ενδιαφέρον μου για την Αυτονομία, τον Τρόντι, τον Νέγκρι, τον Βίρνο, τον Μπαλεστρίνι… Είχα γράψει πολλά για αυτούς. Η Ψυχαναλυτική Ανθρωπολογία, όσο κι αν με ενδιέφερε ήταν ουσιαστικά η πρόφαση.
Ήθελα να έχει τελειώσει κάποτε καλά η Βαβέλ και να λέω για την “ωραία αρρώστια” να ψάχνεις μη σου ξεφύγει ούτε ένα κόμμα στη μετάφραση, στα κείμενά μου, στα κείμενα που επιμελούμουν ή διόρθωνα, την ωραία φασαρία όταν έλειπε ένα κόμμα σε κείμενο του Κουτρουμπούση (φοβερός ο Πάνος!), να λέω για την “ωραία αρρώστια” να ενθουσιάζεσαι, όταν έβρισκες κάποιο καλό κόμικ για δημοσίευση, την ωραία αρρώστια να κοιτάω και τα πεντακόσια τεύχη που μας έφερναν στα γραφεία, αν ξέφευγε κανένα λάθος, λες και στο άλλο τεύχος θα είχε διορθωθεί! Να περιμένω πότε θα έρθει ο Σταύρος. Να αφουγκράζομαι τα κοινωνικά κινήματα και να ενθουσιάζομαι όταν κάποια το περιοδικό το θεωρούσαν και δικό τους. Ήμουνα ερωτευμένος με τη Βαβέλ. Και πίστευα στις απόψεις μου, όσες δημιουργούσα μετά από πολύ διάβασμα.
Από το 2008 και μετά, έχω γράψει με μεγάλη δυσκολία μόνο ένα μεγάλο γράμμα (mail) κοντά στην πρωτοχρονιά του 2010. Σε ένα δημοσιογράφο, “παιδί της Βαβέλ”, που εκτιμώ. Δεν ήξερα τι θα συμβεί, ήταν για πολλούς λόγους πολύ δύσκολο ταξίδι και ήθελα κάποιος να ξέρει την κατάσταση. Κάποιος να ξέρει, και να ξέρει καλά και τη Βαβέλ. Την επομένη έφευγα για τη Γεωργία να κάνω πολιτικό γάμο με τη Μάκα, για τα περίφημα “χαρτιά”, για να βρεθούνε μετά από δύο χρόνια με τη Νία και την άλλη της κόρη, τη μεγάλη, και να μπορούνε να είναι μαζί. Έφευγα με όνειρα για μια νέα ζωή και με την ελπίδα ότι θα τελειώσει ο εφιάλτης του τέλους της Βαβέλ.
Δεν μπορούσα να παρέμβω όλο αυτό τον καιρό. Τα σοκ ήταν απανωτά και μερικά παλεύω ακόμα να ξεπεράσω. Διαλύανε ένα περιοδικά, καταστρέφανε και ιδιοποιούνταν με το θράσος που τους έδινε η εξουσία, καθετί δικό μου.
Όταν με κάλεσαν κάποτε να λύσουμε την εταιρεία και να πάρουμε κατ’ αρχάς τα πράγματά μας από τα γραφεία, πήγα με τη γυναίκα μου. Δεν ήταν κανείς τους και μια πολύ μεγάλη περιουσία από τεχνικό εξοπλισμό και οτιδήποτε δικό μου έλειπε. Τα γραφεία ήταν διαλυμένα και λεηλατημένα. Παρακάλεσα τη Μάκα να φύγει γιατί δεν είχε χαρτιά, έμεινα εγώ, στα τηλέφωνα δεν απαντούσαν, ή κάπου αλλού μου έλεγαν ότι ήταν οι υπάλληλοι που απαντούσαν. Μέχρι που έπεσε το σκοτάδι σε εκείνο το διαλυμένο με μίσος χώρο που στέγαζε κάποτε το όνειρό μου και την πραγματικότητά μου. Έφυγα ακόμα μια φορά τσακισμένος.
Ειλικρινά, μακάρι να βγάλουν κι άλλο περιοδικό, να μιλάνε χαλαρά για τη Βαβέλ, να λένε όσα λίγα ξέρουν, και οι πολιτικοί της παρέας να γίνουν όλοι πρωθυπουργοί. Πρόεδρος της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Λεσχιαρχών ο άλλος, διευθυντής όλων των Φεστιβάλ και των παραδοσιακών πανηγύρεων της Ελλάδας ο παράλλος. Με αντιπρόεδρο την Αμπράμοβιτς.
Τους φοβόμουνα, αυτούς και το μηχανισμό “αφανισμού” μου και μιας οικογένειας που πυροδότησαν. Βιαζόμουνα πια να πουλήσω το σπίτι και πετάγονταν κι άλλα “χρέη”, κι άλλα “χρέη”. “Καλά δεν σας είπε ο δικηγόρος σας ότι πρέπει να κλείσει αυτός ο σύλλογος αφού υπήρχε άλλος;”. Ποιός δικηγόρος; Πώς έγινε ο “άλλος”; Μετακόμιζα από το σπίτι “άρον, άρον” κι έπεσα σε μια συνέντευξη της “κουμπάρας” ως υποψήφιας δημοτικής συμβούλου αυτή τη φορά. Πόσο βοήθησε και πόσο νοσταλγεί τη Βαβελ! Κι εγώ θα ήθελα να την νοσταλγώ ως ροκ φοιτήτρια, ως πλάκες με τον πατέρα, με τα παιδιά… Πριν.
Δεν είναι θέμα”απανθρωπιάς”, όσα συνέβησαν. Αριβισμού ναι, “πατάω επί πτωμάτων”, ναι. Κι αυτοί που πατάνε επί πτωμάτων άνθρωποι είναι. Ένα είδος. Κι όταν ανεβαίνουν πολύ ψηλά, ξεχνιούνται και τα πτώματα και όλα.
Είναι θέμα εξουσίας, αδιανόητης για τα δικά μας μέτρα, χρημάτων αδιανόητων για τα δικά μας μέτρα, πολιτικών και οικονομικών (“για τον πολιτισμό”) παιχνιδιών, που κι εγώ ακόμα, που κάποια έζησα από κοντά, ”από τη λάθος πλευρά”, μια μικρή -κι αυτή τρομακτική- εικόνα μπορώ να έχω. Δεν ξέρω πού και πώς πήγαν αυτά τα χρήματα, ούτε με νοιάζει. ”Είναι ανθρωποβόρο το κύκλωμα που έμπλεξες, φίλε”, μου είπε αρχισυντάκτης μεγάλης εφημερίδας. ”Εγώ θα κοιτάξω να περάσω έστω τη δήλωση αποχώρησής σου, αλλά και η αποχώρηση μπορεί να σημαίνει πολλά γι’ αυτούς. Πρόσεχε!” Τι να προσέχω; Να φύγω πλέον ήθελα και είχαν όλοι εξαφανιστεί. Κι έχασα μια περιουσία κι έχανα καθημερινά πολλά. Η δήλωση δεν πέρασε. Την έκοψε ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας. Δεν περνούσε πουθενά. Μετά από τρία χρόνια προσπάθειας ”να το σώσω”, σώζοντας και την αξιοπιστία όσων πίστευα και έγραφα, ή έστω πλέον να φύγω, απλά να φύγω,- βγήκα ”άτσαλα” και ταραγμένος στο Δίκτυο, στο Indymedia, με συμβούλευσε ένας φίλος. Το γέμισαν τρολ, έκοβαν και έραβαν, άφησαν ένα γελοίο κομμάτι. Και βγήκα στο Δίκτυο όταν, παρά τη μόνη διαβεβαίωση που πήρα, ονόμασαν και το 13ο Φεστιβάλ, ”Φεστιβάλ της Βαβέλ”, όταν ζητούσαν και στο όνομα του περιοδικού, και στο δικό μου, κι άλλα τεράστια ποσά. Ήξερα ότι κινδυνεύω, προσπαθούσα με κάθε τρόπο να το πω, μήπως γλιτώσω.
Γλίτωσα…
“Τους είχε βάλει στο μάτι η κυβέρνηση”! (γέλια, που θα έγραφε και ο Λάλας). Και δεν τους έδινε κι άλλες τριακόσιες χιλιάδες (μπορεί και περισσότερα, δεν θυμάμαι)! Η κυβέρνηση… Που το δεξί χέρι του πρωθυπουργού στον πολιτισμό ήταν πια Πρόεδρος του Συλλόγου που διοργάνωνε το Φεστιβάλ “μας”. Και άλλοι πανίσχυροι κυβερνητικοί, όλοι “παράγοντες” του Φεστιβάλ, “φίλοι” της Βαβέλ. Άλλο να έρχονται στα γραφεία και να σε κολακεύουν (στα γραφεία τους δεν πάτησα ποτέ), κι άλλο να σε απειλούν. Και οι απειλές να γίνονται πραγματικότητα.
Μια μέρα, είχαν οργανώσει στο βιβλιοπωλείο κάποια συνάντηση. Πέρασα τυχαία από την πάντα ανοικτή πόρτα του βιβλιοπωλείου (για όποιον θυμάται τη Βαβέλ, καταλαβαίνει), επειδή (ως γνωστόν) “έπρεπε να πηγαίνω μην κλείσουν την εταιρεία εις βάρος μου”, για να ανέβω στα γραφεία. Δεν θα έμπαινα στο βιβλιοπωλείο. Τη ”βρόμικη δουλειά” να μου απαγορεύσει την είσοδο προληπτικά, ανέλαβε ο μετέπειτα αρχηγός πολύ ισχυρής Υπηρεσίας, με ένα τόνο σκληρό, με ύφος θρασύ. Δεν θα έμπαινα έτσι κι αλλιώς. Κι όμως, ο άλλος είχε το θράσος να με διώχνει από το σπίτι μου, από το βιβλιοπωλείο μας. Αυτό που είχαμε φτιάξει με τα χρήματα του γαμπρού μου και φίλου μου, του πολύ σημαντικού γιατρού και ανθρώπου Χάρη Βασιλόπουλου. Αυτό που, τα τελευταία χρόνια, έβαζε την εταιρεία μέσα 50.000 το χρόνο, έτσι για να δουλεύει το πλυντήριο. Αυτό που κάτι μήνες πριν, με δικά μου λεφτά, από το σπίτι του πατέρα μου, είχα κάπως ανακαινίσει και του είχα βάλει air condition, μήπως περάσει κάνας πελάτης, και δεν αναγκάζεται να κολλήσει πάνω στη σόμπα το χειμώνα από το κρύο ή μην λιποθυμήσει από τη ζέστη το καλοκαίρι.
Τι έκανα τα τελευταία πέντε χρόνια της Βαβέλ. Πέρα από το περιοδικό, όσο μου επιτρεπόταν, πολλά για να σώσω το εαυτό μου από την απαξία του ανθρώπου που θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι συνεργεί στην αφαίρεση τεράστιων ποσών για νέους δημιουργούς. Αυτοί ήταν η εμμονή μου στη Βαβέλ, για αυτούς έγραφα συνέχεια. Αυτοί και οι σχεδιαστές μας, αυτούς που έψαχνα να βρω, που δεν έχανα ευκαιρία να προβάλλω, που ποτέ δεν βγήκε “στραβή κουβέντα” από το στόμα μου, ακόμα κι όταν θα είχα όλα τα δίκαια να το κάνω. Που έγραφα συνέχεια για αυτούς, κάποιες φορές ίσως και υπερβολές. Ήταν, όμως, “δικοί μας”.
Πουλάνε ακόμα την πνευματική (και όχι μόνο) ιδιοκτησία μου. Κλοπή επίσης, αλλά ”ψιλοπράγματα” σε σχέση με τα άλλα, που όμως κι αυτά ανήκουν σε εμένα και την κόρη μου. Όπως προφανώς μου ανήκει και η πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη μου, το αρχείο μου, η μουσική μου (“κατασχέθηκαν” από αυτούς και δεν μου επιστράφηκαν ποτέ!), τα τεράστια ποσά που χάσαμε και έβγαλαν πολλαπλάσια από το Φεστιβάλ. Εκτός αν οι πιο ψηλά στην ιεραρχία της “πολιτιστικής μαφίας” ήταν τελείως αδηφάγοι. Μαύρη τρύπα.
Ήμασταν παράρτημα του Φεστιβάλ Αθηνών; Μπορεί. Μπορεί και να δίναμε κι εμείς ένα βοηθηματάκι στο Διευθυντή, αφού δεν ήθελε μισθό από το κράτος και τον προσέφερε με αυταπάρνηση στο έθνος. Ένας Θεός ξέρει, ανάμεσα σε υπουργούς, πρωθυπουργούς, παρασημοφορημένους από βασιλείς και μέλη της Διευθυντικής Επιτροπής της Λέσχης των ισχυρών αυτού του κόσμου. Και εκατοντάδες παρατρεχάμενους.
Λάτρευα τη Βαβέλ και το Φεστιβάλ, ήταν η ζωή μου, αλλά προσπαθούσα με κάθε τρόπο να καθαρίσω. Μέχρι και να αναλάβουν τη δουλειά μου άλλοι με την υπόσχεση ότι θα έρχομαι κι ένα χρόνο για να τη μάθουν πρότεινα. Ούτε αυτό άφησαν να γίνει, αφού προϋπέθετε κάποιες συναντήσεις. Νόμιζαν ότι θα αποδεσμευθώ και θα μιλούσα. Αν έφευγα καθαρός, δεν θα μιλούσα. Μήπως δεν έβλεπα ότι όποιος μιλούσε έστω και λίγο επικριτικά για τον Άγιο Γεώργιο, σιωπούσε για λίγο και επανερχόταν με ύμνους; Μόνο τις εκφράσεις του πολυπληθέστατου περίγυρου αυτών των τύπων να έβλεπε κανείς, θα τρόμαζε. Πρόσωπα γεμάτα απληστία, έμπνευση για κάποιον σύγχρονο Georg Grosz. Στο πιο άσχημο.
Ελλάδα του 2004: Η μοιραία Ολυμπιάδα έχει μόλις τελειώσει. Τα μεγάλα μαχαίρια έχουν βγει καιρό πριν και θα αργήσουν να μπουν μέσα, στομωμένα. Προσωρινά…
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΡΑΦΤΗΚΕ
ΥΓ1: Από τις αρχές του 2010 τουλάχιστον, όταν το παρατήρησε και μου το έδειξε η γυναίκα μου, είχαν εξαφανίσει από τις μηχανές αναζήτησης του Δικτύου κάθε αναφορά στο περιοδικό και στο Φεστιβάλ, που περιλάμβανε σχεδόν πάντα και το όνομά μου. Έγραψες, ας πούμε, Γιώργος Σιούνας, το 2008, και σου κατέβαιναν 10.000 αναφορές. Πολλές επαναλήψεις, αλλά συνολικά πολλές χιλιάδες αναφορές. Πολλοί θα τις θυμούνται και σίγουρα οι συνεργάτες μας.
Τις είχα δείξει στη Μάκα, που την περίοδο του περιοδικού δεν την γνώρισε και, καθώς τεύχη δεν είχα, της έκανα μια περιήγηση στο Δίκτυο. Μετά είχα τόσο χωθεί στην οικογένεια και στις δυσκολίες της, που στο μεταξύ ούτε καν κοιτούσα. Άλλοι όμως κοιτούσαν πολύ και έκοβαν και έραβαν και έγραφαν. Το 2010, θέλησε να το δείξει και η Μάκα στον ανιψιό της που ήρθε να μας βρει από τη Ρωσία, και δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα.
Η, ως δια μαγείας, από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές του 2009 και για δεκαέξι τώρα χρόνια, εξαφάνιση από το Δίκτυο τόσων πολλών στοιχείων, απόψεων και του ονόματός μου συνδεδεμένου πάντα με το περιοδικό,το Φεστιβάλ και τις κοινωνικές καμπάνιες μας είναι πολύ δυσοίωνη ακόμα και τώρα. Μπορεί να γίνει. Με εμάς έγινε. Και δεν είναι θέμα μόνο προσωπικό, τόσα που περάσαμε, αλλά μπορούν να ξαναγράψουν την ιστορία παντού και να “εξαλείφουν” κινήματα, ανθρώπους, ιστορία.
Και τα ξενόγλωσσα (!) εξαφάνισαν: Ούτε Yorgos Siounas, ούτε George Siounas, ούτε Giorgio Siounas (κάτι τέλος πάντων!…), σε σχέση με το περιοδικό και το Φεστιβάλ πάντα, που κάποτε γέμιζαν εκατοντάδες σελίδες. Και, φυσικά, δεν ήταν μόνο δική μας παρατήρηση, το έβλεπαν και όσοι έψαχναν κάτι για τη Βαβέλ. Και σήμερα ακόμα είναι ολοφανερό.
Έτσι εξαφάνισαν και πράγματα που είναι πολύ σημαντικά για την ιστορία του περιοδικού και των ευρωπαϊκών εικαστικών κόμικς, αλλά και για τη σύγκρουση απόψεων στην Ελλάδα σε ορισμένα καίρια ζητήματα που η Βαβέλ παρενέβη ουσιαστικά: “Πανδημία AIDS, που μας απειλεί όλους εξ αιτίας των ομοφυλοφίλων” και περιθωριοποίηση των οροθετικών, για μια ανθρώπινη πολιτική για τα ναρκωτικά, για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, για την αντίθεση απέναντι στις οικονομικές πολιτικές που οδήγησαν στη λαίλαπα που ήρθε… Για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων σε εποχές που λίγοι μιλούσαν. Για τους μετανάστες, τη λογοκρισία, τη δαιμονοποίηση αδύνατων ομάδων ανθρώπων, τις φυλακές, την τέχνη, το άξενο των μητροπόλεων… Για τη ζωή μας. Σχεδόν όλοι οι αναγνώστες μας που γνώρισα -και γνώρισα πολλούς- είχαν μια θετική στάση ζωής. Θέση πολιτική, όχι με την έννοια της κομματικής αντιπαράθεσης, αλλά ουσιαστική. Θέση για την οικονομία, για την κοινωνία. Κάποιοι ήταν ευρυμαθέστατοι και καθόμουν ώρες να συζητάμε, να μάθω. Πολλοί προσέφεραν πολλά στον τομέα τους, για τα ίδια πράγματα που έγραφα. Αυτό σήμαινε Βαβέλ. Ευτυχώς για τους ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι, δυστυχώς για τους Λεσχειάρχες και τους φιλότεχνους κροίσους.
Όταν τους στρίμώξαν κάπως, στην πρώτη συνέντευξη, “Καλά πώς συμβιβάζεται η Βαβέλ με τέτοια αξιώματα;”, απάντησαν: “Tη Βαβέλ την κάνει ο Γιώργος Σιούνας”. Για να επανέλθουν αμέσως με μεγαλύτερο πάθος στην προσπάθεια να εξαφανίσουν το περιοδικό και εμένα. Και να εφεύρουν τη “δημιουργική ομάδα”, που τα έκανε όλα, με επικεφαλής τα“κορίτσια”. Τα δύο του πρωθυπουργού και το άλλο άσχετο με το περιοδικό.
Στο μεταξύ, ο Ηλίας Κανέλλης, με καίρια θέση στο Φεστιβάλ Αθηνών, έγραψε (από πού και ως πού;) το λήμμα Βαβέλ, στο βιβλίο για τη δεκαετία του ΄80, κι εγώ δεν ήμουν ούτε εκδότης ούτε τίποτα: ένας στη σειρά των σχετικών και άσχετων ονομάτων που αράδιαζε στο τέλος. Ο Ηλίας -που με ύφος μπλαζέ καυτηριάζει το χαμερπές πόπολο- μου είχε ζητήσει να μιλήσω για το Φεστιβάλ, στον Ταχυδρόμο, αρκετές φορές στο παρελθόν. Και μίλησα ως (συν)εκδότης. Και για άλλα θέματα, άλλες φορές. Ήξερε πολύ καλά τι έκανα στη Βαβέλ και το έγραψε ο Ταχυδρόμος. Στο λήμμα του, ήμουνα ένας κάποιος… Κάπου…
ΥΓ2 Για το Φεστιβάλ, το θέμα ”λύθηκε” ως εξής. Εξαφάνισαν τα πάντα από το Δίκτυο και συνεπώς τις χιλιάδες αναφορές στο όνομά μου κι έκαναν μια δική τους σελίδα, με δικά τους στοιχεία. Εγώ, ας πούμε, ήμουνα ”επιμελητής ύλης του καταλόγου” ή κάτι τέτοιο!. Κι όμως, μέχρι το 8ο, δεν υπάρχει κάτι, και το παραμικρό, από την προετοιμασία του Φεστιβάλ, που να μην πέρασε από τα χέρια μου. Μέχρι απόλυτης εξαντλήσεως, δύο φορές. Τη μία κατέρρευσα κανονικά από υπερκόπωση και τις τελευταίες δουλειές μου ανέλαβε ο Λέανδρος. Διακοπές δεν πήγα ποτέ 12 χρόνια. Έπαιρνα την άδεια από την άλλη δουλειά τον Αύγουστο και όλη αφιερωνόταν στο Φεστιβάλ. Αλλά και από το 8ο μέχρι το 11ο, τα πιο πολλά από εμένα περνούσαν. Γούσταρα και πίστευα ότι τα πράγματα θα διορθωθούν ή θα καθαρίσει η θέση μου. Νόμιζα ότι ήμουνα ισχυρός. Στο περιεχόμενο του περιοδικού και του Φεστιβάλ ήμουν. Στις σχέσεις μου με τους συνεργάτες θεωρούσα ότι ήμουν. Τους βρήκα, τους προώθησα, τους έδωσα μεγάλο πραγματικό ενδιαφέρον και αγάπη αφού ήταν πλέον στη Βαβέλ. Και το έβλεπαν και με στήριζαν στην αρχή μπροστά σε αυτό που γινόταν. Εκεί που “παίζανε” ο άλλοι ήμουνα στην αρχή ”χρήσιμος” και μετά ενοχλητικός, πολύ ενοχλητικός. Επικίνδυνος. Οι ειδοποιήσεις και οι απειλές να “κατεβάσω τους τόνους” των κειμένων μου, συνόδευαν το περιοδικό από την αρχή, μόνο που, για πολλά χρόνια, τους ήταν χρήσιμα, ήταν ο “χαρακτήρας του περιοδικού”: καρπώνονταν κι αυτοί ό,τι δεν ήταν. Όταν τα πράγματα ζόρισαν και είδαν ότι τα κείμενά μου ήταν στάση ζωής, που δεν μπορούσαν να μου την αλλάξουν, αποφάσισαν να με εξαφανίσουν. Να τα τινάξουν όλα στον αέρα. Και μη με ρωτάτε για πολύπλοκες διαπροσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις 27 χρόνων, για συναισθηματικές σχέσεις, για σχέσεις με τους ισχυρούς, που έφταναν στα όρια της υποκριτικού σαλιαρίσματος απέναντί μου κάποιες φορές, για να γίνουν θανάσιμα εχθρικές όταν συνειδητοποίησαν ότι τον εαυτό μου και τη Βαβέλ είχα σκοπό να τα κρατήσω μακριά από τα πλυντήριά τους. Έτσι είμαι. Από ξεροκεφαλιά; Από ξεροκεφαλιά. Από στοιχειώδη συνέπεια, προτιμάω να πιστεύω.
Τα ίδια και στη Wikipedia. Ό,τι έγραφε ο Κανέλλης. Μόνο τις προάλλες, κάποιος ανακάλυψε εκεί ότι “έπαιξα “σημαντικό ρόλο” (άγνωστο ποιόν) από το 1985 και μετά.
ΥΓ3 Πριν από κάποια χρόνια, όταν ένα “χρέος” ξεπήδησε πάλι από το πουθενά, πήγα και παρακάλεσα να γίνει μια αναζήτηση στο Δίκτυο. “Δεν υπάρχω πουθενά! Τι πληρώνω;”. Και βγάζαν και άλλο περιοδικό (Κανείς σχετικός με τον Τύπο, από το 2005 και μετά, μπορεί και νωρίτερα, ούτε καν διανοήθηκε να βγάλει περιοδικό -ίσως μόνο κάνα φτηνιάρικο κουτσομπολίστικο- όσο μεγάλος εκδότης κι αν ήταν, όσα λεφτά και αν είχε).
Τίποτα, έπρεπε να πληρώσω εγώ, που το χρέος αυτό δεν ήταν σίγουρα δικό μου, και για τους πολλούς λόγους που είπαμε, αλλά και γιατί αφορούσε το ενοίκιο των γραφείων και του βιβλιοπωλείου τα χρόνια από το τέλος του 2008 και μετά, στα οποία ούτε καν πάτησα το πόδι μου. Τι να κάνω, σε ένα βιβλιοπωλείο που λειτουργούσε με άλλη εταιρεία πλέον και με την προστασία διάφορων μυστήριων και στα χωρίς φως και νερό γραφεία; Σχετικά τελευταία που άρχισαν κάπως να αφήνουν να περνάει το όνομά μου στο Δίκτυο, ήρθαν οι τελευταίες σαράντα χιλιάδες (και άλλα, που “χρωστάω” ακόμα στο Δήμο για το Φεστιβάλ. Ως “επιμελητής καταλόγου”!) να αποτελειώσουν το σπίτι μας και να μας βάλουν με το παιδί και σε άλλη μεγάλη περιπέτεια.
ΥΓ4: Εξαφάνισαν από το Δίκτυο και άλλη δραστηριότητα της Βαβέλ, για την οποία δηλώνουν περήφανοι. Κι εκεί υπήρχε παντού το όνομά μου. Είναι απολύτως άσχετοι με το θέμα και λένε πράγματα που δεν ήταν οι απόψεις του περιοδικού. (Παρεμπιπτόντως, για όλα τα θέματα -τα ”και όχι μόνο”- με τα οποία καταπιάστηκε το περιοδικό δεν έχουν ιδέα). Υποθέτω ότι δεν έχουν καν διαβάσει τι έγραφα και μετέφραζα στο περιοδικό, και το υποθέτω βάσιμα για όσο καιρό ήμουνα στη Βαβέλ. Μόνο που αυτό αφορά αρκετούς πολύ σημαντικούς ανθρώπους και δεν θέλω να επεκταθώ, προς το παρόν, πριν τους ρωτήσω. Μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες αναφορές, για θέμα που έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, που συζητήθηκε πολύ στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Εξαφανισμένο από το Δίκτυο.
Άγνωστες οι βουλές του Μεγάλου Αδελφού.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΟΛΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ
Αν θέλετε να πάρετε κάτι από το παραπάνω, να γράψετε κάτι για τη Βαβέλ, μπορείτε, να συμπληρώσετε και την ουσιαστική θέση όσων κανιβαλίζουν πάνω στο πτώμα του περιοδικού και των θέσεών του, και στους ανθρώπους της οικογένειάς μου που τους πλήρωσαν και “λείπουν”.
Όσο πιο αντικειμενικά γίνεται…
Έτσι έπρεπε, και το θέλαμε, να τους τσακίζουμε
ακόμα και πάνω στην αρρώστια της γυναίκας του
ακόμα και στην κορύφωση μιας ανείπωτης οικογενειακής τραγωδίας
Και τι έγινε που αγωνιούσε δίπλα στο κρεβάτι της ότι θα μείνει στο δρόμο με ένα πεντάχρονο παιδί και μια ετοιμοθάνατη γυναίκα;
Έτσι θέλουμε και του πήραμε τα βιβλία του, τους δίσκους του, το αρχείο του.
Έτσι θέλουμε που έχασαν το σπίτι τους, που τον “πετάξαμε” με το παιδί του,
Ποιός νοιάζεται για τη μνήμη του πατέρα του (ευεργέτη τους – Πώς να το γράψω; Αυτό ήταν) και της Μάκας; Και δυο παιδιών.
Δεν πάνε να γ@μηθούν 27 χρόνια δουλειάς, όσα έκανε και έδωσε και τα εξαφανίσαμε, και τα άλλα τα πήραμε
Του πήραμε τα πάντα και αρκετά τα πουλάμε ακόμα.
(Δεν είναι παράπονο αυτό. Είναι τα προφανή γεγονότα. Εμείς θα τα βγάλουμε πέρα, σε πείσμα τους, με την μικρή από τον Καύκασο. Ήδη ξέρει πολύ περισσότερα γράμματα από όλα τα τα μέλη της εξουσιομανούς κουστωδίας που γνώρισα μαζί.)
Από τους συνεργάτες και τους δημιουργούς κρατάω τις καλύτερες αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια. Ακόμα κι από έναν-δύο (προσπαθώ, τουλάχιστον) που επιχείρησαν να με βάλουν στο σωρό (και αν) ενός περιοδικού που πλήρωνα και έβγαζα και τους επέλεγα. Και τους ανέδειξε. Και πληρώνω ακόμα “χρέη”.
Αφού τα έκαναν όλα αυτοί μαζί με τους αξιωματούχους και με την “Πρόεδρο” του Φεστιβάλ, ας τα αναλάβουν, να μου επιστραφούν τα παλιά και τα υπόλοιπα θα τους τα σβήσουν αμέσως. Η Αγία Οικογένεια βράβευσε πρόσφατα το Διευθυντή με την παρουσία της “Προέδρου”, μέσω του αξέχαστου δημάρχου, ενώ ξαναβγαίνει στο προσκήνιο ο κάτοικος της Ραφήνας.
Στο έλεος του Θεού- Κράτους είναι χρόνια η ζωή μας. Το ΅τέρας΅ θέλει να μας πνίξει και η κόρη μου είναι 17 χρόνων, με απίστευτη ωριμότητα. Την ωριμότητα της ζωής. Κι εγώ πλήρωσα πολύ βαριά και δεν μπορώ να πληρώνω εφ’ όρου ζωής, επειδή έστησα ένα περιοδικό που, από κάποιους δρόμους που δεν με νοιάζουν πια, έκανε πολύ κόσμο πλούσιο, συντηρεί ακόμα αρκετούς, κι άνοιξε το δρόμο σε πολλούς. Πάρα πολλούς.
Την ώρα που εμένα και την κόρη μου προσπαθούν να μας καταστρέψουν συνειδητά και συστηματικά.
THE END (?)
Παρασύρθηκα σε ένα μεγάλο κείμενο.
Τα περισσότερα από όσα γράφω παραπάνω είναι απολύτως προφανή: Είναι ολοφάνερα, είναι μπροστά στα μάτια όσων ασχολήθηκαν κάπως με τη Βαβέλ και το Φεστιβάλ της, όσων ξέρουν την οικογένειά μου. Δεν είναι κάτι μυστικό, κάτι που ξέρω μόνο εγώ.
Δεν ζητάω το λόγο από όσους δεν μίλησαν, έστω κι αν, τουλάχιστον τώρα, πρέπει κάποια πράγματα που αφορούν και αυτούς να τα ξεκαθαρίσουν. Το οφείλουν στην ιστορία του περιοδικού, σε εμένα στη μνήμη των δικών μου, ακόμα και του έξοχου Χάρη Βασιλόπουλου (αλλά για αυτά σε ένα επίμετρο που αποφάσισα να γράψω τώρα που πρόσθεσα κάποια πράγματα στο αρχικό κείμενο).
Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι για όσους μίλησαν και έγραψαν και παραποίησαν το προφανές.
Λοιπόν, για να τελειώνουμε:
Η Βαβέλ και το Φεστιβάλ της, με αυτά που έγραφα και πίστευα και έκανα, με τα χαρακτηριστικά που είχε, με το κοινό που είχε, δεν μπορούσε να είναι καθαριστήριο, μαύρη τρύπα όπου εξαφανίζονταν τα χρήματα για νέους δημιουργούς και τις ομάδες τους. Όχι στο όνομά μου και στο όνομα του κοινού μας.
Το Φεστιβάλ Αθηνών, για κάποια τουλάχιστον χρόνια, που δυστυχώς αναγκάστηκα να ασχοληθώ μαζί του (Τίποτα κρυφό, τίποτα μυστικό, απλά το καταφανές), ήταν αρένα μεγάλων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων.
Μια καίρια θέση στη διοίκησή του άξιζε όσο μια κορυφαία πολιτική θέση, άξιζε για να κλείσουν το στόμα τους “κορυφαίοι” πολιτικοί και “θεωρητικοί του μαρξισμού”, όσο ευκατάστατοι κι αν ήταν, όσο κι αν ακύρωναν τα πάντα στην μέχρι τότε πορεία τους.
Όσο για τους εισβολείς “φίλους” της Βαβέλ, τράβηξαν ένα δρόμο και “μαγκιά” τους. Το περιοδικό κι εγώ και το κοινό μας είχαμε τραβήξει έναν άλλο. Τι δουλειά είχαν στο “σπίτι” μας; Κι από πού αντλούν το δικαίωμα να καταστρέφουν ένα περιοδικό και μια οικογένεια;
Δυστυχώς δεν πιστεύω σε κάποιο Θεό ή σε θείο δίκαιο. Πραγματικά δυστυχώς. Αν αυτοί πιστεύουν (λέμε τώρα), θα έπρεπε να ζαλωθεί με τα υπάρχοντά μου η εξουσιαστική και εξουσιομανής κουστωδία, με την κουμπάρα επικεφαλής, και να μας τα φέρει πίσω κάνοντας το δρόμο γονατιστή. Καλό θα τους κάνει. Συγχωρεμένοι να είναι. Από εμάς δύσκολα, γιατί τους πλήρωσαν και άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια. Που τους φόρτωσαν τεράστια βάρη, ακόμα και την ώρα που χαροπάλευαν μαρτυρικά. Η κόρη μου δεν γίνεται να τους πληρώσει κι άλλο. Αυτό το “πράγμα”, όπως αποκαλεί τα παιδιά ένας από τους ‘capi” τους, έχει δικαίωμα να ζήσει. Και της χρειάζονται αυτά που είναι δικά μου και τα οικειοποιηθήκαν.
Καλές οι παρέες με τους μεγιστάνες, καλές οι Λέσχες και οι διάφοροι οικονομικοί και πολιτικοί ηγέτες μας, που συνεδριάζουν εκεί για το μέλλον μας, καλές οι εξαγορές δικηγόρων και το θέατρο με τις πλάτες της εξουσίας, αλλά εμένα με διέλυαν και με φόρτωναν χρέη όταν φρόντιζα και θρηνούσα τους δικούς μου ανθρώπους.
Ούτε καν αλήτες. Τσάτσοι αλητών.
ΤΗΕ END (?)
Εφικτή άμεση απαίτηση:
Να μου επιστραφούν τα βιβλία μου, το προσωπικό μου αρχείο, οι δίσκοι μου. Ο τρόπος είναι εύκολος και τους είναι γνωστός. Τα τηλέφωνα των ανθρώπων που τους ζούσανε επί μια εικοσαετία είναι γνωστά και δεν άλλαξαν. Να επιστραφούν τώρα. Για εμένα, για την κόρη μου, που είναι δικά μας και μας ενδιαφέρουν (και η μικρή τα χρειάζεται). Τους τα έχω ζητήσει, προσωπικά όσο μπορούσα, και μέσω τρίτων εκατό φορές.
Μαζί με το μεγάλο προσωπικό μου αρχείο, πολύτιμο για τα κόμικς (και όχι μόνο) αρχείο, και τις φωτογραφίες μου από τη Βαβέλ και το Φεστιβάλ. Έχω μόνο δύο (!), που μου έστειλε ο Roberto Baldazzini.
Ας μαζευτούν μια μέρα όσοι τους έδωσα δουλειά και προβολή, όσοι προσπάθησα σκυλίσια να τους πείσω πως έχουν ταλέντο και πρέπει να προχωρήσουν, και να συλλέξουν τις συνεντεύξεις και όσα έγραψαν πως ούτε καν με γνωρίζουν, ή ότι στο περιοδικό ήμουν “υλατζής” και στο Φεστιβάλ “επιμελητής ύλης του καταλόγου” (πολύ λίγοι βέβαια: ένας δύο στα 27 χρόνια, και με τις δύο αξιωματούχους και την τιτλούχο τρεις τέσσερις) και να τις δώσουν στους αρμόδιους, δηλώνοντας ότι “Αδίκως ασχολείστε με αυτόν. Εμείς με την πρωθυπουργική κουστωδία τα κάναμε όλα. Να, ρωτήστε και τα παιδιά του Ιωάννη της μεγάλης πολιτικής οικογενείας, τον επικεφαλής της Υπηρεσίας που τον έβαλε στη θέση του μια φορά που τόλμησε να εμφανιστεί στη Βαβέλ χωρίς την άδειά του, ρωτήστε τον κύρ Χρήστο, το δημοσιογράφο, τον κύρ Ηλία, τον αρθρογράφο, τον πολιτικό και πρώην υπουργό Άρη, συνεργάτη του Φεστιβάλ, και τον Άγιο Γεώργιο του πολιτισμού, αν έκανε κάτι αυτός ο τύπος. Δεν είχε καμία σχέση, οπότε ό,τι πλήρωσε και ό,τι έχει να πληρώσει, τα αναλαμβάνουμε εμείς οι σχετικοί, με τις κατόχους του τίτλου και τις αξιωματούχους προέδρους του Φεστιβάλ”.
Μετά, ας σβήσουν με blanco όσα έγραψα, μετέφρασα, επέλεξα, επιμελήθηκα, διόρθωσα. Θα μείνουν μόνο λευκές σελίδες. Και βέβαια η ιδιοφυία του Σταύρου και των έξοχων εικόνων που δημιούργησε και διάλεξε.
Από την πλευρά που εμπορεύτηκε και εμπορεύεται τη δουλειά μου, από την πρωθυπουργική κουστωδία, δεν υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, ούτε μια σειρά κειμένου ή μετάφρασης. Ούτε ένα “και”.
Για την ιδιοκτησία μου, πνευματική και όχι μόνο, που κατασχέθηκε και πωλείται και κάποιοι αποκομίζουν ακόμα κέρδος, ας το συζητήσουν με την κόρη μου. Παρ’ όλο που της κάνανε τη ζωή πολύ πιο δύσκολη από ό,τι η σκληρή (ούτε να το διανοηθεί μπορεί κάποιος -εκτός από αυτούς που μας ξέρουν καλά, και την κουστωδία που μάθαινε με άρρωστο ενδιαφέρον- πόσο σκληρή) πραγματικότητα, είναι άνθρωπος πολύ ήπιος και ευγενής και δεν πρόκειται να τους φτύσει, όπως τους αξίζει.
ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Οι άνθρωποι αλλάζουν, και οι ρόλοι αλλάζουν. Δεν ξέρω σήμερα ούτε πώς είναι ο καθένας τους. Μπορεί να μην υπάρχει πια και κάποια σχέση μεταξύ τους. Όσο για τους ανθρώπους του Φεστιβάλ Αθηνών, μπορεί να μην ήξεραν τι συμβαίνει (αν και είναι αδιανόητο και ανεπίτρεπτο και ασυγχώρητο που δεν ρώτησαν) και να καλύπτονταν από πίσω τους. Καλά, η “επικεφαλής” του Φεστιβάλ Ντόρα είχε μεγάλη δύναμη και ήταν μεθυσμένη από την εξουσία της. Για τις άλλες, ήλπιζα κάποτε ότι έστω μια στοιχειώδης ειλικρίνεια κι ένα στοιχειώδες συναίσθημα υποχρέωσης θα τους έχει μείνει. Από την ώρα που τις είδα έτσι τότε, όμως, κατάλαβα ότι δεν έχουν γυρισμό.
Τους Πρωταγωνιστές, μπορείτε να τους βρείτε με ένα απλό γκουγκλάρισμα. Η λέσχη είναι η Bilderberg και τη θέση την κατέχει επισήμως. Δεν την βρίσκεις στα ελληνικά, όπως δεν βρίσκεις εύκολα των “συντρόφων” μας κροίσων, σε σχέση με το Φεστιβάλ Αθηνών. Ο ένας ήταν ο γνωστός Δάκης Ιωάννου.
Για τους διάφορους πολιτικούς και άλλους παράγοντες στο Φεστιβάλ: Βλέπε τους καταλόγους, που την ταυτότητά τους μαγείρευαν τελευταία στιγμή. Πριν να αφαιρέσω το όνομά μου και να εφευρεθεί η “δημιουργική ομάδα Βαβέλ”.
ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:
Για το “αλητεία”, δεν μπόρεσα να βρω καταλληλότερη και ηπιότερη λέξη. Συγγνώμη. Ήξεραν όμως όλοι. Και οι πιο μακρινοί και πιο ψηλά όφειλαν να ξέρουν. Ότι “εγκαθίστανται” σε (και καταστρέφουν) ένα περιοδικό με θέσεις και με άποψη.
Και όσοι μπήκαν έτσι στα γραφεία μας ήξεραν ή όφειλαν να ξέρουν ότι ήταν στο σπίτι μου, με τα πράγματά μου, με αυτά που έκανα.
Και για την τραγωδία της οικογένειάς μου ήξεραν. Την παρακολουθούσαν με νοσηρό ενδιαφέρον. Και για τα εικοσάχρονο κορίτσι της Μάκας με το παιδί της δύο χρόνων που χάσαμε ήξεραν και για το θάνατο της Μάκας ήξεραν. Όλες οι ειδοποιήσεις για χρέη ήρθαν την “κατάλληλη” στιγμή, τις πιο άσχημες της ζωής μας, κυρίως αυτές που αφορούσαν το ενοίκιο και χειριζόταν (υποθέτω βάσιμα) πολύ ισχυρός φίλος τους.
Για την εξαφάνιση τόσων χιλιάδων αναφορών από το Δίκτυο, μέχρι το 2008, που μπορεί να τη διαπιστώσει κάποιος και σήμερα, υποθέτω ότι, έχοντας “παραχωρήσει” τον τίτλο στην αδελφή, και έχοντας τον έλεγχο του Συλλόγου που οργάνωνε το Φεστιβάλ, όπως τον πήραν, ζήτησαν να απαλειφθεί κάθε αναφορά στο περιοδικό και στο Φεστιβάλ. Δεν ξέρω πώς λειτουργούν αυτά, δεν ξέρω τι δικηγόροι τους χρειάστηκαν, δεν ξέρω αν χρειάστηκε και άλλη παρέμβαση, αλλά έγινε μπροστά στα μάτια όλων, από τη μια μέρα στην άλλη. Όταν το διαπίστωσα προσωπικά ήταν Φεβρουάριος του 2010. Από τον Απρίλιο του 2009, μου λένε φίλοι και παλιοί συνεργάτες. Τα αναφερόμενα στην προ Βαβέλ περίοδο έμειναν κι έτσι ξαναθυμήθηκα ότι εργάστηκα και ως μεταφραστής βιβλίων, 45 χρόνια πριν.
Για το tabula rasa: Όποιος θέλει πλέον, δηλώνει “συνδημιουργός” της Βαβέλ, έστω και αν η μόνη του δημιουργία ήταν η ενόχληση από τις επισκέψεις στα γραφεία μας. (Ένας, ας πούμε, δημοσιογράφος που ζήτημα είναι να του πέρασα δύο κείμενα μετά από φοβερή επιμονή. Για το ένα ντρέπομαι ακόμα). Φτάνει να κάνει ότι δεν με ξέρει. Άλλοι, μετά την εφεύρεση της “δημιουργικής ομάδας”, επειδή κάτι έκαναν εκτός Βαβέλ και μου ζητούσαν να το γράψω. Και το έκανα. Άλλοι γιατί κολλούσαν κάποια πρωτότυπα στις εκθέσεις δύο μέρες, και διασκεδάζανε τις τέσσερις μέρες της λειτουργίας του Φεστιβάλ, κάποιο ελάχιστο συνολικά διάστημα από τα 27 χρόνια του περιοδικού. Φτάνει να μη με αναφέρουν καθόλου ή κάπου στο σωρό (με όλο το σεβασμό στους ανθρώπους, απλώς στη Βαβέλ δεν έκαναν κάτι).
Δεν έχω ούτε τον καιρό, ούτε τη διάθεση να ασχοληθώ με τα “τέρατα” που σέρνονται κατά καιρούς στο Δίκτυο. Ούτε δικηγόρους έχω να ασχολούνται. Αυτή όμως είναι η πραγματικότητα. Προφανής. Μπροστά στα μάτια όλων. Και δεν ευθύνομαι προφανώς που δεν έδειξαν την παραμικρή διάθεση να ασχοληθούν με το περιεχόμενο του περιοδικού οι “ιδιοκτήτες” (όπως έγιναν “ιδιοκτήτες”) του τίτλου και του Συλλόγου.
Περάσαμε μια ανείπωτη τραγωδία και όσοι συνέβαλαν κάποιες φορές να κορυφώνεται φέρουν το ηθικό βάρος. Και δεν έχουμε δικαίωμα εμείς πια να το αφαιρέσουμε. Το μόνο που μπορεί κάπως να το ελαφρύνει τους “επιβιώσαντες ενός Κατακλυσμού”, είναι να αποκατασταθεί η ιστορία του περιοδικού και όσων έκανε. Και να γίνουν τουλάχιστον τα αυτονόητα. Είναι στοιχειώδες. Αυτό το δικό μας 1984, πρέπει να έχει ένα κάπως λιγότερο ζοφερό τέλος. Κάπως. Να δίνει μια έστω αμυδρή ελπίδα. Για εμάς, για όλους μας.
Συγγνώμη, αλλά δεν θα δεχθώ, προς το παρόν, σχόλια. Επεξεργάζομαι ακόμα αλλεπάλληλα πένθη, ανθρώπων, σχέσεων και δημιουργημάτων και δεν θα μπορέσω να απαντήσω. Τρέχω να τα βγάλουμε πέρα.
(Ευχαριστώ τον Hieronymus Bosch, τον Enki Bilal, τον Otto Brix, τον George Grosz, τον Karl Hubbuch, τον Thomas Ott, τον Niko Pirosmani τον Paul Klee, τον Roland Topor και τη Νία Σιούνα, που συντρόφευσαν αυτό το κείμενο).
Is Everybody In? (Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 και William Burroughs με τον Bad Trip, και πώς τα διέλυσε όλα η πρέζα – Ένα ταξίδι.)
18/4/2024
Uncle Bill, Jim Morrison, Doors, Heroin – Everybody In
2015, προς το τέλος, ένα μικρό διάστημα που η τραγωδία μας μοιάζει να έχει ολοκληρωθεί. Δύο παιδιά, φίλοι από τη Βαβέλ, αποφασίζουν να βγάλουν το Γυμνό Γεύμα σε κόμικ, όπως το σχεδίασε ένας σχεδιαστής παράξενος, πανκ, των κινημάτων της Ιταλίας, που είχα παρουσιάσει στο περιοδικό: ο Bad Trip . Μου ζήτησαν να γράψω μια εισαγωγή, για τη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα, για την εισβολή της ηρωίνης, για τον θείο Μπιλ. Είχα πολύ καιρό να γράψω, είχα παραλύσει από το άθλιο τέλος που έδωσαν στο περιοδικό, από τα δικά μας, από τις “ειδοποιήσεις” τους. Έγραψα αυτό.
ΗΡΩΙΝΗ, ΕΛΛΑΔΑ, ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 80
Κομμένη πρέζα και κομματιασμένη -CUT UP- αφήγηση
(Κάτι σαν εισαγωγή)
Μόλις έχουμε μπει στη δεκαετία του ’80 και στην Ελλάδα νέοι άνθρωποι προσπαθούν να κατακτήσουν όσα χάθηκαν στη χούντα και πιο πριν, αλλά και στη χούντα και μετά. Η ορμή της μεταπολίτευσης, το ’74, εξαντλήθηκε γρήγορα μπαίνοντας στα έτοιμα κανάλια, είτε της γλυκερής ανανέωσης του εμπνεόμενου από τον Μαρξ (συντριπτικά πλειοψηφικού τότε) κινήματος, με κατάληξη την αποθέωση της γλυκερότητας, στην ηγεσία του και στη γραμμή του, είτε της «αναπαλαίωσής» του, καταλήγοντας σε εκδοχές του σταλινισμού, ή στην ανακάλυψη της «πολιτιστικής επανάστασης» του Μάο ως προτύπου «επανάστασης από τα μέσα», που κατέληξε (μπορεί και να ήταν από την αρχή) ένα γιγαντιαίο κίνημα καταστολής. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 70, τότε που η επακόλουθη απογοήτευση οδηγεί τους πολλούς στην ιδιώτευση, αλλά και αρκετούς στη σοβαρή θεωρητική επεξεργασία και στην ανακάλυψη «τριχοειδών» κινημάτων που διαπέρασαν την Εσπερία πολύ πιο πριν.
Πρώτη φορά γίνεται γνωστή πιο ολοκληρωμένα η αυτονομία, στην εκδοχή του Καστοριάδη, αλλά και στην εκδοχή της ιταλικής Αυτονομίας. Σκάνε μύτη τα «προχωρημένα» κόμικς, μόνιμη παρέα των κινημάτων από το ΄68 και μετά στη δυτική Ευρώπη. Λίγο πριν εμφανίστηκε και το έξοχο «ΑΜΦΙ», «για την απελευθέρωση της ομοφυλόφιλης επιθυμίας», ενώ το κίνημα χειραφέτησης των γυναικών παίρνει ολοκληρωμένη θεωρητική μορφή με τη «Σκούπα». Η Αθήνα, καθώς οι επιρροές από την επαρχία και τα χωριά από όπου ξεκίνησαν οι άνθρωποι για να την κατακλύσουν -για δουλειά ή για τη σχετική ανωνυμία που τους εξασφάλιζε- χάνονταν, είναι πια μια μητρόπολη που βράζει, ακόμα και στις ιδέες που έστω και καθυστερημένα την κατακλύζουν. Το κυρίαρχο σκηνικό είναι έτοιμο να υποδεχθεί έναν αμερικανόφερτο δημαγωγό.
Η ένταξη στο ΠΑΣΟΚ, έστω με τη μορφή εισοδισμού, φαίνεται ως λύση απέναντι στην αποχώρηση, παρ΄όλο που η ιδιώτευση ήταν σίγουρα μια πολύ καλύτερη στάση από εκείνη όσων άρχισαν ήδη να ανταλλάσσουν τις «δάφνες» τους με κομματάκια εξουσίας και την κινηματική νοημοσύνη με τη λογική ενός στημένου πολιτικού παιχνιδιού.
Έμενε ένα μεγάλο κομμάτι που, είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά, δεν μπορούσε να χωρέσει στο υπάρχον σύστημα και αναζητούσε διέξοδο -άλλοτε σπασμωδικά, άλλοτε οργανωμένα- από το ασφυκτικό κλίμα. Σε μια εποχή ιδεολογικής υποταγής, ο «κίνδυνος» θα μπορούσε να είναι αυτοί οι νέοι πυρήνες πληροφορημένων ελεύθερων ανθρώπων.
CUT (Ηρωίνη)
Ηρωίνη… Το έδαφος ήταν έτοιμο από καιρό. Το συνιστούσαν περιθωριοποιημένα στρώματα, που επιχείρησαν να διεκδικήσουν ένα κομμάτι του ουρανού και υποχώρησαν άτακτα, αφού τα αιτήματά τους “αφομοιώθηκαν” από το ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ -για να γίνουν παιχνίδι στα χέρια καιροσκόπων- αλλά ακόμα και από τη 17 Νοέμβρη, εξομοιώνοντάς τα στα μάτια τα μέσων στρωμάτων με το “λόγο” ενός μυστήριου ένοπλου κινήματος. Το συνιστούσε ακόμα ένα καλλιεργημένο κομμάτι, που έβλεπε την “παραβατική” και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά περίπου ως επανάσταση, επηρεασμένο κυρίως από την ιδεολογία του παλιού περιθωρίου, που ανακαλύπτεται από κάποιους ως εναλλακτική λύση στο υπάρχον σύστημα και μυθοποιείται.
CUT (Ηρωίνη και μελαγχολικά φεγγάρια)
Ηρωίνη… Μπήκε με σχέδιο; Και ποιανού μπορούσε να ήταν αυτό το σχέδιο; Σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως ψάχνεις ποιος ωφελείται. Ωφελούνται πολλοί. Σίγουρα μια βάρβαρη, και ολοκληρωτικά απαίδευτη «εθνική» αστική τάξη (1), καρικατούρα των κυρίαρχων τάξεων όπως τις ήξερε η Ευρώπη, που βρήκε μια πηγή ασύλληπτων κερδών, με την ασφάλεια που της παρείχε το κέντρο του καπιταλισμού. Άλλωστε, ο έλεγχος των ΗΠΑ στα ναρκωτικά παγκοσμίως είχε γίνει βασικός άξονας της οικονομικής (και όχι μόνο) πολιτικής τους, εδώ και πολλά χρόνια.(2) Σίγουρα το μεγαλεμπόριο, που άνοιγε μια ακόμα αγορά και, μέσω αυτής, διευκόλυνε πολύ περισσότερο τη μεταφορά τους από την παραγωγή στην κατανάλωση. Σίγουρα οι “υπηρεσίες”, που βρήκαν κι εδώ όπως παντού ίσως τον καλύτερο τρόπο να οργανώνουν επιχειρήσεις παρέμβασης και καταστολής, αλλά και τα χρήματα να τις χρηματοδοτήσουν χωρίς να φαίνονται πουθενά (3). Παρεμπιπτόντως και δεκάδες χιλιάδες άλλοι: διακινητές, μικροδιακινητές, μικρέμποροι, “ειδικευμένοι στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών” αστυνόμοι, αλλά και πάρα πολλοί που έκαναν την “αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών” επάγγελμα, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν απίστευτο αχταρμά “επιστημονικών” απόψεων και βάζοντας στο ίδιο τσουβάλι διαφορετικές ουσίες και διαφορετικούς ανθρώπους, με διαφορετικές στάσεις ζωής… Πολλές “νέες θέσεις εργασίας”, που λένε με στόμφο και λαχτάρα σήμερα..
Υπήρξε σχέδιο, λοιπόν; Στην Ελλάδα ζούμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ. Στη Ιταλία, πάντως, κάτω από την πίεση σοβαρών κινημάτων και χάρη στη δουλειά σοβαρών και επίμονων ανθρώπων, αποκαλύφθηκε ότι υπήρξε. Ακόμα και με επίσημα ντοκουμέντα. Υπήρξε σχέδιο των αμερικάνικων υπηρεσιών σε συνεργασία με τις ιταλικές αντίστοιχες και με την κωδική ονομασία «Blue Moon» (Για όσους δεν βλέπουν αμερικάνικες ταινίες τα τελευταία είκοσι χρόνια τουλάχιστον, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι οι άνθρωποι αυτών των υπηρεσιών, εκτός από “προστάτες του νόμου και της τάξης”, είναι και άγρυπνοι φύλακες της ελευθερίας μας, καλόκαρδοι, και προ παντός ρομαντικοί που συγκινούνται από “Μελαγχολικά Φεγγάρια”!) (3). Στην Ελλάδα, δεν θα μάθουμε ποτέ. Πάντως η μαζική εισβολή της ξεκίνησε από τα Εξάρχεια, σε ανθρώπους που μπορούσαν να επηρεαστούν και να επηρεάσουν. Όσοι ζούσαν ή δούλευαν εκεί είδαν έκπληκτοι, περί το τέλος του 1981, την κάνναβη να διώκεται απηνώς, να εξαφανίζεται, και να πλασάρεται άλλη πραμάτεια, υπό την ανοχή της αστυνομίας, αφού ο αριθμός των αστυνομικών αυξήθηκε στη γειτονιά, χωρίς να επεμβαίνουν στο εμπόριο και στη συναλλαγή. Οι κάτοικοι φώναζαν, τα κινήματα αντιδρούσαν, ακόμα και το mainstream μιλούσε για το “περίεργο φαινόμενο”. Άρα; Ελλάδα είναι και δεν μάθουμε ντοκουμενταρισμένα ποτέ. Πάντως, μέχρι τότε, υπήρχαν ελάχιστοι χρήστες, περιθωριακοί, κυρίως στον Πειραιά, και άλλοι τέσσερις-πέντε, που τους ήξεραν όλοι με το όνομά τους, αφού δεν το έκρυβαν ότι παίρνουν: ο Παύλος, η Δέσποινα, ο Τσάρλι, ο Μήτσος… Τόσο απλά, τόσο φανερά μπήκε η πρέζα στη ζωή μας και θα ήταν χρήσιμο -όσο υπάρχουν ακόμα οι άνθρωποι που έζησαν εκείνη την εποχή, σε εκείνο το περιβάλλον- να δώσουν τη μαρτυρία τους, σε μια συλλογή καταγραφής της προσωπικής εμπειρίας τους. Αλλά στην Ελλάδα ζούμε και η προφορική ιστορία (oral history) θεωρείται είδος παρακατιανό μπροστά στα μεγαλεπήβολα άνευ νοήματος (ανόητα) πονήματα πολλών “οργανικών” κοινωνιολόγων, ιστορικών και λοιπών ακαδημαϊκών επιστημόνων, που προτιμάνε να βάζουν τα πραγματικά γεγονότα στη μέγγενη των δικών τους (ή δανεικών) θεωρητικών κατασκευών, σε πείσμα της πραγματικότητας. Δημιουργούν έτσι τη δική τους –εικονική- πραγματικότητα, που όσο περνάνε τα χρόνια, γίνεται κοινός τόπος. Πάντως, για όσους θυμούνται, το “οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη”, που γέμισε τους τοίχους των Εξαρχείων τότε, δεν έμοιαζε καθόλου προκατασκευασμένο σύνθημα ενός συγκεκριμένου χώρου, αλλά περισσότερο κραυγή, προϊόν της έκπληξης για την κραυγαλέα στάση των “οργάνων της τάξεως” στην εισβολή της πρέζας.
CUT (Ηρωίνη, ναζιστικές φαρμακευτικές εταιρείες, ναζιστικός καπιταλισμός διαχρονικά)
Ηρωίνη… παιδί της δηλητηριώδους Bayer, που λάτρεψε και χρηματοδότησε το κόμμα των νεκρόφιλων, ως κλάδος της διαβόητης IG Farben, χωρίς την στήριξη της οποίας δεν θα υπήρχε ναζισμός στην εξουσία, όπως λέει και η απόφαση της Νυρεμβέργης, αναγνωρίζοντας το προφανές. <Άλλο τώρα αν απέκρυψε επιμελώς την τεράστια συμμετοχή στη δημιουργία του Φρανκεστάιν και των εγγλέζικων τραπεζών και της Γουόλ Στριτ και της μεγάλης βιομηχανίας της Αμερικής με επικεφαλής τον Φορντ (Εκτός από το ότι εξόντωνε -και- ψυχολογικά τους εργάτες βάζοντάς τους να δουλεύουν στη σειρά και να κάνουν όλη τη μέρα μόνο μια κίνηση, υπήρξε και μεγάλος ρατσιστής, μεγάλος αντισημίτης και το βιβλίο του “The Errant Jew” κάνει το “Mein Kamf” να μοιάζει με έκθεση μαθητή του δημοτικού)… Άλλο αν δεν αναφέρεται καθόλου στην οικονομική συνεργασία των ναζιστών με επιφανή πρόσωπα της Αμερικής, χάρη στην οποία έχτισαν τη δύναμή τους, μεταξύ των άλλων, οι μεγαλύτερες μεταπολεμικές πολιτικές οικογένειες των ΗΠΑ: σίγουρα οι Μπους. Κλείνει η αγκύλη.
Ηρωίνη… Παράγωγο της μορφίνης, που παράγεται από το όπιο. Πέντε φορές πιο ισχυρό παυσίπονο από τη μορφίνη. Πολλαπλά πιο εθιστική, πολλαπλά πιο προσοδοφόρα, μήλο της έριδας για τον έλεγχο της παραγωγής και του εμπορίου της, με απόλυτους κυρίαρχους τελικά της ΗΠΑ. Ως νόμιμη ουσία, αν και θα μπορούσε να αποτελεί ένα καταπληκτικό φάρμακο για τους πόνους των terminally ill, μόνο ως τέτοιο δεν χρησιμοποιήθηκε. Πλασαρίστηκε από τα ιατρικά περιοδικά (Πάντα!), και σύντομα και από τα ευρείας κυκλοφορίας, ως φάρμακο δια πάσαν νόσον: από τους πονοκεφάλους και τους κοιλόπονους, μέχρι τους πόνους περιόδου. Δημιουργήθηκε έτσι μια στέρεη βάση για την “παράνομη” αγορά, μετά την απαγόρευσή της. Για το χατίρι της προκλήθηκαν σημαντικές περιφερειακές συγκρούσεις, ανατράπηκαν καθεστώτα, εγκαταστάθηκαν στην εξουσία διαβόητοι ναρκέμποροι.(4) Για χάρη της, ανθρώπινα φαντάσματα περιφέρονται στους δρόμους των μητροπόλεων, αναζητώντας τη «γυναίκα τους και τη ζωή τους», τον «άνθρωπό τους» που θα την φέρει στην πιάτσα.
CUT (Η ηρωίνη, η «τέχνη», η τέχνη, και ο θείος Bill)
Ηρωίνη… Ενέπνευσε και διαμόρφωσε ροκ σταρ. Άλλους τους έκανε εκατομμυριούχους κι άλλους τους κατέστρεψε, όπως κατέστρεψε και το άφραγκο και πιο ευάλωτο κοινό τους, που κατέληξε στους υπονόμους, στις γειτονιές αποβλήτων των μεγαλουπόλεων.
Ηρωίνη… Ενέπνευσε βαρετούς ηθικολόγους αλλά και σημαντικούς καταραμένους συγγραφείς. Όπως ο Μπάροουζ. Στην παράξενα μεγάλη ζωή του, ήταν σαν να προσπαθούσε πάντα να ξεφύγει. Από τους κανόνες που επέβαλε η ταξική του θέση, ως μέλους πολύ πλούσιας οικογένειας. Από την οικογένεια του γενικά. Από τους κανόνες της συμβίωσης. Από την εφιαλτική πραγματικότητα. Από την πραγματικότητα γενικά. Από τις υποχρεώσεις. Από τους κανόνες της αφήγησης. Κολλώντας πρώτα στη μορφίνη και μετά στην ηρωίνη, κατασκεύασε έναν παράλληλο κόσμο, περισσότερο αλλόκοτο και εφιαλτικό από αυτόν που τον περιέβαλλε. Στο πρώτο του γνωστό μυθιστόρημα, το “Junky”, περιγράφει σχεδόν κλασικά, εκπληκτικά, την κοινωνία της πρέζας, μια κοινωνία περιθωριακή σάρκα εκ της σαρκός του κέντρου που την καθορίζει, ζώντας ακόμα στο “παραμύθι” της ηρωίνης, όπως φαίνεται έντονα και στο επίμετρό του βιβλίου.
Στο Naked Lunch, κάνει κομμάτια κυριολεκτικά την αφήγηση, την πρόταση, τη φράση, την παράγραφο, το κεφάλαιο, καταφέρνοντας να κρατήσει έναν άξονα. Η τεχνική αυτή του οργανωμένου χάους στην αφήγηση είναι γνωστή ως CUT UP. Για αναγνώστες με υπομονή, πάθος, και διψασμένους να ζήσουν αυτόν τον τεμαχισμένο κόσμο ακόμα και στην ανάγνωση. Σκότωσε τη γυναίκα του, παίζοντας μεθυσμένοι τον Γουλιέλμο Τέλο. Έμεινε πιστός στην ηρωίνη, σε μια σχέση έλξης-απώθησης, προσπαθώντας πολλές φορές να ξεφύγει, για να γυρίζει με μεγαλύτερο πάθος στο μεγάλο έρωτα της ζωής του. Καταδύθηκε στην Κόλαση στέλνοντάς μας συγκλονιστικές ανταποκρίσεις, τις περιγραφές του από εκεί, για να διαπιστώσουμε και να διαπιστώσει ο ίδιος πως δεν διέφερε και πολύ από τον πάνω κόσμο και, όσο διέφερε, θα καλυπτόταν στο εγγύς μέλλον. Mε αυτή την έννοια, είναι προφητικός. Καταδύθηκε στην Κόλαση και, πολλές φορές, “το διασκέδασε”. Παραφράζοντας προφανώς και εξελίσσοντας το ντοστογιεφσκικό “Αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται” (διατυπωμένο με αγωνία σε ένα κόσμο που αποθεοποιείτο ραγδαία), έλεγε: “Τίποτα δεν είναι πραγματικό, όλα επιτρέπονται”, στην εποχή της κυριαρχίας της ψευδούς συνείδησης και του θεάματος. Όταν οι διώκτες της ηρωίνης, παραδείγματος χάριν, ταυτίζονται με αυτούς που την παράγουν και την διακινούν σε παγκόσμια κλίμακα.
Και τον Μπάροουζ και την Beat Generation στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 τη γνωρίσαμε, κυρίως από τις έξοχες (και από έξοχους ανθρώπους) εκδόσεις Απόπειρα. Στα μέσα της, μπήκαμε και στην Ελλάδα, στην εποχή της κοκαϊνης, στο παραμύθι των γιάπηδων και του θριαμβεύοντος ξέφρενου καπιταλισμού που ζητούσε ταχύτητα. Ευτυχώς εδώ δεν βρέθηκε ακόμα χώρος για την “κοκαϊνη των φτωχών”, το παράγωγο της κοκαϊνης crack και τα παράγωγα των αμφεταμινών και των μεταμφιταμινών (εκτός από το ecstasy), που θέρισαν και αποσύνθεσαν ακόμα περισσότερο τη μαύρη κοινότητα στις ΗΠΑ.
CUT (Κάτι σαν πρώτος επίλογος)
Ο καπιταλισμός βρήκε στην ηρωίνη έναν από τους καλύτερους σύμμαχούς του. Κέρδη, καταστολή, περισσότερα κέρδη, περισσότερη καταστολή. Έλεγχος σωμάτων και συνειδήσεων, κυρίως εξεγερμένων συνειδήσεων, που αναζητούσαν διέξοδο και πήραν εισιτήριο για ένα κακό ταξίδι, στο σκουπιδότοπο ενός συστήματος που ειδικεύεται στην παραγωγή σκουπιδιών. Στην Ελλάδα την εισήγαγαν αριστοτεχνικά στις αρχές της δεκαετίας του 80. Κι από τότε μας έβαλαν μια μαϊμού στην πλάτη.
CUT (Δεύτερος επίλογος, σαν μια ευχή)
Καλό ταξίδι με τον Bill, μέσω των εικόνων του Bad Trip, παιδιού των καταλήψεων και των ιταλικών κινημάτων που διέλυσε η άγρια καταστολή και η ηρωίνη. Με το μεγάλο, παράξενο, εικαστικό ταλέντο του και τις ανάλογες εμπειρίες με τον Μπάροουζ, είναι ο κατάλληλος να τον μεταφέρει σε κόμικς. Πώς αλλιώς, θα μπορούσε να αποδοθεί με εικόνες ο κόσμος του Μπάροουζ, εκεί όπου ακόμα κι ο κινηματογράφος απέτυχε;
CUT (και ΤΕΛΟΣ)
1- Για «ολιγάρχες» μιλάει η Saskia Sassen, αναφερόμενη στην αστική τάξη της Ελλάδας, σε μια πρόσφατη συνέντευξή της στο ιταλικό περιοδικό “L’ Espresso” (4/11/2015). Η παρομοίωσή της είναι με τους δύσοσμους ολιγάρχες στην πρώην Σοβιετική Ένωση, στους οποίους παραδόθηκε η περιουσία του ρώσικου (και όχι μόνο) λαού, άγνωστο με ποια κριτήρια και διαδικασίες, αφού οι περισσότεροι ήταν νεαρά κωλόπαιδα εκείνα τα χρόνια. Έκτοτε δεν χάνουν ευκαιρία να επιδεικνύουν ότι οι αρχηγοί της Μαφίας είναι καλά παιδιά μπροστά τους, ενώ η κιτσάτη επιδειξιομανία τους είναι ανυπέρβλητη, αφού οι μαφιόζοι τουλάχιστον έκρυβαν τον πλούτο τους. Παρόμοιοι με τους έλληνες αστούς, φίλους τους, στους οποίους παραδόθηκε κάποια στιγμή ακόμα και η «διαχείριση» της τέχνης, όχι μόνο από την άποψη του γούστου (!), αλλά και κυριολεκτικά.
2- Ο έλεγχος των ΗΠΑ και των υπηρεσιών τους στην παραγωγή, διακίνηση και προώθηση της ηρωίνης και της κοκαϊνης (στην ΝΑ Ασία και στη Λατινική Αμερική αντίστοιχα) τα μεταπολεμικά χρόνια είναι αναμφισβήτητος. Για όποιον θέλει να χαθεί σε μια σειρά αίματος, στρατιωτικών παρεμβάσεων, πραξικοπημάτων, δολοφονιών, ξεπλύματος μαύρου χρήματος από τις πιο «αξιοσέβαστες» τράπεζες, χρήσης των ΜΜΕ, δωροδοκιών και χρηματοδότησης μυστικών επιχειρήσεων, η βιβλιογραφία είναι πολύ μεγάλη. Ξεχωρίζουμε -για λόγους απόδοσης τιμής στον εκλιπόντα άγνωστο φίλο μας Sbancor, που μας συντρόφεψε στη ΒΑΒΕΛ, ανοίγοντάς μας τα μάτια- τα πολλά στοιχεία στο βιβλίο του «The American Nightmare» και σε πολλά κείμενά του. Άλλα τεκμηριωμένα και γλαφυρά βιβλία είναι το “The American Heroin Empire” του R. Kunnes (Νέα Υόρκη, 1972 – Dodd, Mead and Company), το «Ιn Banks We Trust” του P. Lemux (Νέα Υόρκη, 1984 – Anchor Press), “The Politics of Heroin in the Southeast Asia” των A.W. McCoy, C.B. Read, L.P. Adamsii (Νέα Υόρκη, 1972 – Harper and Row Pubishers)… Υπάρχουν πολλά. Το κορυφαίο σχετικό βιβλίο, γραμμένο με πάθος (έστω κι αν, μερικές φορές, ξεχειλίζει) είναι το “Vecchi Trucchi” (Παλιά Κόλπα) του ιταλού Stefano Anelli, που κυκλοφόρησε τα βιβλία του με το ψευδώνυμο John Kleeves (Εκδόσεις Cerchio). Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα σε όσους διαβάζουν ιταλικά. Μπορούν να το κατεβάσουν από το Δίκτυο, όπως και το “Divi di Stato” (Κρατικοί Αστέρες), μια καταπληκτική μελέτη για το Χόλιγουντ ως μηχανή παραγωγής προπαγάνδας.
3- Για τη χρήση (;) της ηρωίνης στην ελληνική πολιτική, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι εκλογές του Απριλίου του 1990, η τελευταία νομίζω από τις απανωτές μετά το “βρόμικο ΄89”, όταν η ΝΔ κατέβηκε με πρώτο στόχο την “αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών”. Μπορεί και τυχαία, πάντως χωρίς κανένα εμφανή λόγο, δεδομένου ότι τίποτα καινούριο δεν είχε προκύψει εκείνη την περίοδο. Ούτε αύξηση της χρήσης, ούτε αύξηση των θανάτων. Ως εκ θαύματος, στην προεκλογική περίοδο, πέφτει ξαφνικά στην πιάτσα “καθαρή” ηρωίνη (καθαρότητας γύρω στο 30%, ενώ η ηρωίνη που έφτανε στους χρήστες ήταν τότε περίπου 6 με 8 τοις εκατό, μετά από τα αλλεπάλληλα “κοψίματα”, κι έτσι με την ίδια ποσότητα οι εξαρτημένοι έριχναν στις φλέβες τους πέντε φορές περισσότερη ουσία χωρίς να το ξέρουν). Η ηρωίνη θερίζει. Οι πολλοί θάνατοι από overdose γίνονται πρώτη είδηση στις εφημερίδες και το κόμμα δικαιώνεται στον “ανένδοτο πόλεμο” που είχε κηρύξει “εναντίον των ναρκωτικών”.
4- Χαρακτηριστικά γλαφυρή είναι η μαρτυρία του Roberto Cavallaro, συνδικαλιστή του ακροδεξιού σωματείου CISNAL και συνεργάτη των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών. «Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, κατέθεσε στις δικαστικές αρχές ότι, για την ύπαρξη της γνωστής μυστικής επιχείρησης της CIA στην Ιταλία με το όνομα Βlue Moon έμαθε το 1972, ενώ βρισκόταν για εκπαίδευση στη Γαλλία. Στόχος της ήταν η διάδοση της χρήσης οπιούχων ναρκωτικών ουσιών στη νεολαία των μεγάλων ιταλικών πόλεων και η επακόλουθη κοινωνική αποσύνθεση. Αυτό που τους ενδιέφερε κατά προτεραιότητα ήταν να διαδώσουν τη χρήση αυτών των ουσιών στις κοινωνικές δυνάμεις που είχαν υιοθετήσει τις θέσεις της φοιτητικής αμφισβήτησης, ωθώντας τες και με αυτό τον τρόπο στον ατομικισμό και στην αυτοκαταστροφή, μετά από το επιτυχημένη εμπειρία τους στις ΗΠΑ. Η επιχείρηση Blue Moon διεξήχθη στην Ιταλία από τις αμερικανικές υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας ανθρώπους και δομές των επίσημων αντιπροσωπειών των ΗΠΑ στην Ιταλία”. Για τις ιταλικές υπηρεσίες και κρατικές δομές δεν είπε τίποτε, αφού υπήρξε συνεργάτης τους. Άλλωστε οι ιταλοί ακροδεξιοί ανέλαβαν εκ μέρους των κρατικών ιταλικών υπηρεσιών τη “βρόμικη” δουλειά: να δολοφονήσουν όσους ακροαριστερούς (δύο αποδεδειγμένα) έψαχναν πολύ αυτή την ιστορία.
Andrea Pazienza (1987, στη Napoli – 1988, στην Αθήνα: Μαζί του)
11/4/2024
Αρχές Μαϊου του 1987, Mostra d’ oltremare, ξαφνικά.
Μύθος ήδη, αλλά σε κύκλους ανθρώπων, έστω ευρείς. Ένας κάπως δειλός σταρ. Δεν μιλούσε πολύ δημόσια. Σχεδόν καθόλου. Στην παρέα ήταν το κέντρο. Παράξενα δυνατός όταν σχεδίαζε. Κάποια εκδήλωση, στα πλαίσια της Mostra d’oltremare, μιας μεγάλης διοργάνωσης στη Νάπολη, εκείνο το απόγευμα. Τελείως ξαφνικά, o Andrea ξεκόβει από την παρέα κι αρχίζει να σχεδιάζει στον τοίχο. Μαγεία. Και κάνει αυτό που βλέπετε. Που φυλάγεται πια στη Νάπολη, και εκτίθεται ως σημαντικό για αυτή την υπέροχη πόλη. Ο Sparagna ήταν έξαλλος: “Πώς του ήρθε; Τι θα κάνει ακόμα;”. Φεύγουμε πριν το τελειώσει. Οι φοβεροί ναπολιτάνοι, που μας συνοδεύουν παντού στην πόλη, είχαν κανονίσει να πάμε σε μια γιορτή που οργανώναν παλαιστίνιοι.
Δεν ήταν η πρώτη φορά της γνωριμίας μας. Κρατούσαμε επαφή. Τον μετέφραζα με πάθος και σεβασμό στην κάθε λέξη. Μόνο στην Ιταλία και στην Ελλάδα (λιγότερο φυσικά) αγαπήθηκε τόσο από το κόσμο. Το ίδιο κι ο Altan. Χρειάζεται να μπαίνεις στο πετσί του δημιουργού, όταν τον μεταφράζεις. Δεν πρέπει να είσαι πιστός στον τύπο, αλλά στην ουσία: “Πώς θα το έλεγε στα ελληνικά;” – Οι ιταλοί λένε “traduttore, traditore”, “μεταφραστής, προδότης”, παίζοντας με την ομοιότητα των λέξεων. Ή, το κάπως σεξιστικό πια: “Η μετάφραση είναι σαν τη γυναίκα: αν είναι πιστή δεν είναι ωραία, κι αν είναι ωραία, δεν είναι πιστή”. Στα γαλλικά, μια απόπειρα στην αρχή απέτυχε. Τώρα, δεν ξέρω. Στα αγγλικά, νομίζω ότι τον εξέδωσε σχετικά πρόσφατα η Fantagraphics. Δεν έχω ιδέα τι γίνονται τα άλμπουμ του που μετέφρασα. Μέρες, μήνες δουλειάς, και γνώσης των συνθηκών και του κοινωνικού περίγυρου στον οποίο δημιούργησε τα κόμικς του.
Αντιγράφω, λίγα για τον Pazienza, από ένα από τα πολλά Επίμετρα που επιχείρησα να γράψω:
“Ο Pazienza είναι πια μυθική φιγούρα στην Ιταλία. Ταινίες γυρίστηκαν από το έργο του και τη ζωή του. Τα άλμπουμ του κυκλοφορούν σε ειδικές εκδόσεις σχολιασμένα, γιατί είναι δύσκολο στους νέους αναγνώστες να μπουν στο πνεύμα της εποχής που γράφτηκαν, την εποχή του κινήματος του 1977, στην Ιταλία. Ήταν το μεγάλο πάθος μου εκείνο το κίνημα. Και όχι μόνο για πολιτικούς λόγους. Πολύ περισσότερο, ιδιαίτερα από μια στιγμή και μετά, για το καινούριο που έφερε στη θεωρία, στην αφήγηση, στις εικαστικές τέχνες. Μια απελευθέρωση δυνάμεων, που αυτός που την εξέφρασε και την συμπύκνωσε περισσότερο στη δουλειά του ήταν ο Αντρέα. Πολλές πόλεις δίνουν το όνομά του σε δρόμους. Ένας θρύλος. Συλλέκτες μαζεύουν ακόμα και το πιο πρόχειρο σχεδιάκι, που έκανε αφηρημένος πάνω σε κάποιο χαρτί. Δεν μιλούσε εύκολα σε κοινό ο Αντρέα. Στα πλαίσια ενός «κάτι σαν» Φεστιβάλ, που έκανε η Βαβέλ στον Εύμαρο, ήταν καλεσμένος. Και συντόνισα και μετέφραζα μια συζήτηση για το θρυλικό περιοδικό Frigidaire. Παρόντες πολλοί σημαντικοί άνθρωποι και δημοσιογράφοι. Μια καταπληκτική και φορτισμένη συναισθηματικά συζήτηση. Ο θάνατος του ιδιοφυούς γραφίστα του περιοδικού Stefano Tamburini ήταν πρόσφατος και νεκρό τον είχε βρει ο αδελφικός του φίλος Andrea. Μίλησε για την ιστορία του περιοδικού ο εκδότης του Vincenzo Sparagna, η ζωντανή ιστορία του εναλλακτικού τύπου στην Ιταλία. Πήρα το λόγο για να μιλήσω για τις σχέσεις μας με το Frigidaire και τους ανθρώπους τους. Μόλις έφτασα στον Tamburini, ζήτησε το λόγο ο Pazienza και, για πρώτη φορά στη ζωή του δημόσια, μίλησε πολλή ώρα φορτισμένα και με πάθος, και έδωσε το κλίμα και το στίγμα της δουλειάς του. Συγκινητικό και σημαντικό. Τις επόμενες μέρες, υπήρχε σε εφημερίδες, σε περιοδικά, παντού. Θυμάμαι ακόμα και τις φωτογραφίες που κράτησα, τις πρωτότυπες, Μετά, με αφορμή κάποια επέτειο, το ίδιο υλικό εμφανίστηκε και στο Δίκτυο, εμπλουτισμένο. Ήταν η μοναδική που ο Andrea ανοίχτηκε τόσο πολύ σε κοινό, ήταν και η τελευταία δημόσια παρουσία του. Ένα μήνα μετά, πέθανε. Πού είναι όλο αυτό το υλικό; Τα έντυπα που κράτησα, «κατασχέθηκαν» μαζί με όλο το αρχείο μου, από το Δίκτυο εξαφανίστηκε, και υπάρχουν λίγα στο Αεροπλανάκι, μαζί με μια μικρή περιγραφή της συζήτησης που θέλησε να κάνουμε μόνοι μας, ανεβοκατεβαίνοντας την Αλεξάνδρας δυο φορές, με ψιλή βροχή. Πιέζανε οι χρόνοι για το τεύχος, έπρεπε να γράψω και για τον τεράστιο μύθο, τον εκπληκτικό εικαστικό, αφηγητή και δημιουργό κόμικς Alberto Breccia, που ήταν επίσης καλεσμένος μας. Μετά ο Pazienza πέθανε και το βάρος μετατέθηκε αλλού, μετά τα εξαφάνισαν για το όνομά μου. Χάθηκε μια τεράστια, σημαντική μαρτυρία. Ελπίζω ότι κάποτε θα αποκατασταθεί. Κάποτε, αυτοί που ενδιαφέρονται πραγματικά για την ιστορία των κόμικς, των εικαστικών, της αφήγησης, των ρευμάτων της τέχνης τότε, και για το διάλογο (και όχι μόνο) που ανοίξαμε για στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα, ένα διαλόγο, που ήταν ζωντανός μαχητικός και διέδωσε τη συζήτηση για αυτά και την προσπάθεια κοινωνικών κινημάτων για την κατάκτησή τους, θα τους αναγκάσουν με την κατακραυγή, να κάνουν τον αντίθετο δρόμο. Καροτσάκι, ονειρεύομαι, να τους πάνε κάποτε τους αξιωματούχους και τους Υπηρεσιάρχες, όσους συνέβαλαν σε ένα προσωπικό και κοινωνικό 1984. Και τις φωτογραφίες εξαφάνισαν, αυτές τις παλιές, τις τυπωμένες…”
Υπάρχουν κι άλλα αρκετά και πιο σημαντικά σε αυτό το πάθος αφανισμού. Υπάρχουν κι άλλα πολύ σημαντικά για την ιστορία μας.
Κουράγιο χρειάζεται.
Στου φίλου μας του ποιητή
3/1/2024
Στις βόλτες και στα τρεξίματα για τα «χαρτιά», η Μάκα, όταν η Νία κουραζόταν, την έπαιρνε αγκαλιά και νανουρισμένη από τα βήματα, σε λίγα λεπτά κοιμόταν. Ξυπνούσε, σε ένα πάρκο μικρό. Στο πάρκο του Μαγιακόφσκι, με ένα υπέροχο άγαλμά του.
Τιφλίδα, 2010.

Αρθογραφία, στη βαβέλ και όχι μόνο
aids
βαβέλ, #145
Aids Η υστερία σκοτώνει πολύ περισσότερο!
βαβέλ, #142
γουδί
Το θέατρο των ονείρων τους (και οι δικοί μας εφιάλτες)
βαβέλ, #220
