Marti

Ο Marti Riera Ferrer, γνωστότερος απλά ως Marti, αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση ισπανού κομιξά. Ξεπήδησε κι εκείνος, όπως πολλοί άλλοι, από το μεγάλο κύμα που σάρωσε την Ισπανία (κι όχι μόνο) από τα τέλη της δεκαερίας του 70 κι έπειτα. Ειδικά στην Ισπανία, όμως, η πολιτισμική αυτή έκρηξη έλαβε χώρα, κάπως αργότερα από άλλα μέρη του κόσμου, την επαύριο της αλλαγής του καθεστώτος. Αμέσως μετά, δηλαδή, το θάνατοτου δικτάτορα Φράνκο από φυσικά αίτια.

Ο Marti γεννήθηκε στην Βαρκελώνη το 1955 σπούδασε στην Escuela Massana. Μεταξύ 1975 και 1979, τα κόμικ του δημοσιεύονταν σε ενναλακτικά περιοδικά “Rock COMIC” και “Star”. Το 1979, εντάχθηκε στο δυναμικό του περιοδικού κόμικς “El Víbora” και το 1982 ξεκίνησε τη σειρά του “ Ο ταξιτζής” χάρη στην οποία απέκτησε διεθνή αναγνώριση. Ο Marti, έχοντας αφομοιώνοντας τη γραμμή και τα περιεχόμενα της αμερικάνικης βιομηχανίας των κόμικ, καταφέρνει να δώσει μια ηθογραφική ανάλυση της ισπανικής ζωής. Οικιοποιείται, λοιπόν, από τους μαστόρους των κόμκ στριπς τη γραμμή, τη σκηνοθεσία, το σοκ και την ταχύτητα, και τη φορτίζει με τις αντιθέσεις που θέλει αυτός να καταδείξει.

Οι ιστορίες του μοιάζουν σε όλα τους με τέχνη μαζικής κατανάλωσης· με φτηνή αστυνομική λογοτεχνία ή κόμικ στριπς ευρείας κυκλοφορίας. Οι μητροπολιτικές ιστορίες του λαμβάνουν χώρα σε περιβάλλοντα τα οποία έχουμε συνηθίσει να συνδιάζουμε με την καθημερινότητα των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων. Όμως αυτό που περιγράφει -και περιγράφοντάς το, το αναλύει- είναι το αστυακό βίωμα όπως εξαπλώνεται σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Το υπαρξιακό αδιέξοδο των χαρακτήρων του και τα μητροπολιτικά τοπία που σχεδιάζει αποτελούν εξεικονίσεις μιας κοινής πραγματικότητας στην οποία όλοι μας μπορούμε ν’ αναφερθούμε. Αυτήν την πραγματικότητα σκιαγραφεί με εμβριθή τρόπο ο Marti αφήνοντας τη δράση να θέσει σε γρήγορη κίνηση το σενάριο κι αφήνοντας το σχολιασμό ν’ ακολουθήσει τα τεκτενόμενα με τρόπο υπόρρητο. Θεωρούμε, λοιπόν, τα κόμικ του εξαιρετικά δείγματα ενός κριτικού ρεαλισμού.

Καθώς ωριμάζει, μάλιστα, βλέπουμε το πως ξεπερνά την εικαστική γλώσσα του ρεαλισμού της αμερικανικής σχολής. Το σκληρό, γεωμετρικό ασπρόμαυρο με το οποίο αποδίδει τη ζωη στην χαώδη πόλη (ή και το αντίστροφο), μπολιάζεται με εξπρεσιονιστικά ή και σουρεαλιστικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, πετυχαίνει να δείξει μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ατόμου, κοινωνικής κίνησης και χώρου. Τα σενάριά του όμως, παρότι σκληρά, δεν κυλάνε στον διδακτισμό, ή στην ανάδειξη απλοϊκών ηθικών δίπολων. Μέσα από αυτήν τη φόρμα (που όπως είπαμε προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό στην αστυνομική λογοτεχνία) θέτει επανειλημμένα το ίδιο ζήτημα· αυτό της καθημερινής ζωής σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον. Ή, αντίστορφα, μιας συνείδησης η οποία διαπνέεται από εχθρότητα σ’ ένα οποιοδήποτε περιβάλλον.

Όπως κι οι αμερικανοί δημιουργοί, έτσι κι εκείνος στράφηκε στην ρεαλιστική αποτύπωση της καθημερινότητας διαλέγοντας, μάλιστα, τις πιο αδρές της εκφάνσεις. Ξανά και ξανά, λοιπόν, απέδωσε με γλαφυρό τρόπο τα ψυχολογικά πάθη, τα κοινωνικά αδιέξοδα και την επιταχυνόμενη βία μιας κοινωνίας η οποία διαπνεόταν, την ίδια στιγμή, από μια βαριά θρησκευτική παράδοση αλλά κι έναν καπιταλιστικό ορθολογισμό. Από μια πατερναλιστική και βαθιά πατριαρχική, καταπιεστική ηθική, αλλά κι από μια μανία κατάκτησης και κεφαλαιοποίησης κάθε κυτάρρου της κοινωνικής ζωής.

Παρακάτω παραθέτουμε, σε δική μας μετάφραση, το κείμενο με το οποίο ο Art Spiegelman εισήγαγε τον Marti στο αμερικάνικο κοινό στην εισαγωγή του “The Cabbie”.

Στην Ισπανία τα 60’s ξεκίνησαν στα μέσα των 70’s, όταν πέθανε ο Franco…
…Οι δεκαετίες της πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης έδωσαν τη θέση τους σε μια δημιουργική έκρηξη. Στην πολύπλευρη αυτή έκρηξη, ο ρόλος της αντικουλτούρας υπήρξε κεντρικός. Κι ενώ στις Η.Π.Α., η “Love Generation” έδινε τη θέση της σ’ αυτό που ο Tom Wolfe αποκάλεσε “My Generation”, ο underground τύπος έδειχνε να παρακμάζει. Αντιθέτως, την ίδια περίοδο στην Ισπανία βρισκόταν στην πιο παραγωγική του φάση. Στην Βαρκελώνη, την πολιτισμική πρωτεύουσα της Ισπανίας, νεαροί κομιξάδες εμφανίζονταν δυναμικά στο προσκήνειο, παράγοντας ανήθικα, εξωφρενικά στριπς τα οποία αντλούσαν από τη φόρμα των αμερικάνικων underground κόμικς. Tο 1979, ξεκίνησε η έκδοση του μηνιαίου περιοδικού El Víbora, στις σελίδες του οποίου φιλοξενούνταν δουλειές νεοεμφανιζόμενων ισπανών δημιουργών δίπλα στα έργα των αμερικανών συναδέλφων τους. Εκεί, μαζί με κόμικς του Gilbert Shleton, του Robert Crumb, του Bill Griffith, του Kim Deitch, αλλά και δικά μου, θαύμασα για πρώτη φορά τη δουλειά του Marti.

Είδα έναν καλλιτέχνη που έμοιαζε με μετενσάρκωση του Chester Gould στα καλύτερά του. (Παρότι ο Gould ήταν ακόμη ενεργός όταν εμφανίστηκε ο Marti). Για να είμαστε ακριβείς, η σχέση μεταξύ της δουλειάς του Marti και του Dick Tracy του Chester Gould, είναι περίπλοκη· θα ήταν πολύ απλουστευτικό να τη δούμε απλώς ως μια “μετενσάρκωση”. Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες του Marti συνιστούν μια εκλεπτυσμένη κριτική στον Gould. Έχετε, μήπως, διαβάσειτην ιστορία του Jorge Luis Borges με τον τίτλο “Pierre Menard, συγγραφέας του Δον Κιχώτη”; Περιγράφεται, σ’ αυτήν, το έργο ενός φανταστικού συγγραφέα ο οποίος, στις αρχές του 20ου αιώνα, καταφέρνει έπειτα από πολύ κόπο να μεταγράψει λέξη προς λέξη κομμάτια του “Δον Κιχώτη”. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο παρόμοιο με το πρωτότυπο αλλά πιο απλό από εκείνο του Cervantes.

Αρκετοί καλλιτέχνες, όπως ο Al Capp κι ο Andy Warhol, έχουν αποτίσει φόρο τιμής, έχουν παρωδήσει ή έχουν απλώς εμπνευστεί από τον Dick Tracy του Chester Gould. Μόνον ο Marti, όμως, έχει καταφέρει να τον επανεφεύρει. H υποβλητικότητα του μαύρου και η σαφήνεια του λευκού που διακρίνουν τα σχέδια του Gould, χαρακτηρίζουν κι αυτά του Marti – ίσως, μάλιστα, με ακόμη πιο ενδιαφέρον τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει και με την εξαχρειότητα του κόσμου του. Στα μάτια του σύγχορνου αναγνώστη, που έχει συνηθίσει θεάματα τόσο πρόδηλα εμποτισμένα με βία, είναι, μάλλον, δύσκολο ν’ αναγνωρίσει το πόσο βίαιος φαινόταν ο Dick Tracy στους αναγνώστες των δεκαετιών του ’30 και του ’40. Κακοποιοί διατρυπώνταν από σφαίρες ή το κοντάρι μιας σημαίας, κείτονταν νεκροί στο ίδιο τους το αίμα κι άρπαζαν φωτιά. Οι σοκαριστικές εικόνες στο “The Cabbie” (το ανοιχτό πτώμα του πατέρα του ταξιτζή, η ωμή -κι όχι πορνογραφική- απεικόνιση του ξυλοδαρμού της αδελφής του ταξιτζή) μεταφέρουν την ίδια φόρτιση που είχε κάποτε το έργο του Gould. Το σύμπαν του Gould αντανακλά θέματα τα οποία εμφανίζονταν στις ταινίες του 1930. Ταινίες όπως το “Public Enemy” του William Wellman και το “Scarface” του Howard Hawk. Αντιστοίχως, το σύμπαν του Marti αναπαράγει τα θέματα που αναπτύσσονται στον “Ταξιτζή” του Martin Scorsese. Ο ίδιος ο Marti είχε δηλώσει πως η τανία του Scorsese του εξασσφάλισε το απαραίτητο ηθικό υπόβαθρο ώστε ν’ αφιερωθεί στον δικό του “Ταξιτζή” επί τρια χρόνια. “Με πολλούς τρόπους συνέπιπτε με τη δική μου ιστορία, η οποία αφορούσε σ’ ένα άτομο απομωνομένο, ασυγκίνητο κι αβοήθητο, μέσα σ’ έναν καννιβαλικό κόσμο· έναν κόσμο που δεχωράει όσους δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τον 20ο αιώνα”.

Ο Marti, όπως άλλωστε κι ο Gould, οικοδομεί τα σενάριά του γύρω από υπερβολικές συμπτώσεις. Και στους δύο υπάρχει ένας από μηχανής θεός ο οποίος, διαμέσου της παρέμβασής του, δίνει τη λύση σ’ αυτές τις, αρχαοελληνικού τύπου, τραγωδίες. Η διαφορά μεταξύ των δύο διακρίνεται σ’ όσα σωβου΄ν κάτω από την επιφάνεια των θεμάτων που ανοίγονται στις ιστορίες τους. Παρότι μοιράζονται μια εμμονή με τη θεολογική φύση του καλού και του κακού, το σύμπαν του Marti χαρακτηρίζεται από μια αμφισημία η οποία δεν υπάρχει στην απόλυτη διάκριση μεταξύ καλου και κακού που διαπνέι το έργο του Gould. Ο Gould πιστεύει στην καλοσύνη του ηρωά του. Παρόλ’ αυτά, έδειχνε να ταυτίζεται περισσότερο με τους κακούς του ήρωες ενώ, ταυτοχρόνως, καταδείκνυε την αναισχυντία τους. Ο Marti συμπαθεί τον “Ταξιτζή” του, αλλά περιφρονεί τις απλοϊκές και δεξιές του αξίες. Το έργο του Gould, το οποίο συμβολίζει ακριβώς αυτές τις απλοϊκές, δεξιές αξίες, πατάει πάνω στην προτεσταντική καταπίεση και την ηθική της εργασίας. Τα κόμικ του Marti εκκινούν από τα σκοτεινά νερά της καθολικής ενοχής και της λατρείας της Παναγίας.

Δε θα ήθελα να με παρεξηγήσετε. Η ανάλυση της δουλειάς του Marti ως σχόλιο πάνω στο έργο του Gould, δε θα ‘πρεπε με κανέναν τρόπο να παρερμηνευθεί ως υποτίμησή της. Είναι, αντιθέτως, μια αναγνώριση του Marti, τόσο ως αναγνώστη του Gould, όσο κι ως δεινού σεναριογράφου και εικαστικού. Διότι, εντέλει, η πιο εμβριθής απάντηση σ’ ένα έργο τέχνης, είναι ένα άλλο. Κι αυτό ακριβώς μας έχει δώσει ο Marti.

Art Spiegelman, Νέα Υόρκη, Μάιος 1987

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μια από τις πιο στυλιζαρισμένες του ιστορίες, δημοσιευμένη στο τεύχος 159 της βαβέλ.

2018-07-05T10:49:51+00:00